Ελευθερία του λόγου (και της ανοησίας)
Δεν συμμετέχω σε ηλεκτρονικά δίκτυα, αλλά κάπου-κάπου διάφοροι φίλοι μού στέλνουν συνδέσμους που μου προκαλούν απορίες. Είναι πράγματι αυτό το γενικό ήθος; Δηλητηριώδη κουτσομπολιά, αμετροέπεια, φθόνος, κακόβουλα σχόλια; Ή αυτό είναι το ήθος ενός μικρού πληθυσμιακού δείγματος που έχει χρόνο για χάσιμο; Ποιο είναι το προφίλ των ανθρώπων που περνούν τη μέρα τους στο facebook ή στο twitter; Τι τους οδηγεί σε τέτοια υπερέκθεση, σε τέτοια ακράτεια λόγων; Μήπως η ανεργία ενισχύει τέτοια φαινόμενα;
Από την άλλη, σκέφτομαι: αν ήμουν άνεργη, θα ξεκινούσα πρωί-πρωί να βρω δουλειά, θα χτυπούσα πόρτες, θα έκανα προσφορές, θα αναζητούσα μεροκάματα – δεν θα περνούσα την ώρα μου μπροστά στον υπολογιστή, σχολιάζοντας ή βρίζοντας τους άλλους. Με λίγα λόγια, θα προσπαθούσα να λύσω το πρόβλημά μου και να γεμίσω αποδοτικά τον χρόνο μου, τον πολύτιμο χρόνο της ζωής μου. Αλλωστε ο βίος παραείναι βραχύς, είτε είσαι νέος είτε δεν είσαι νέος. Και δεν δέχομαι να περάσω τη σύντομη ζωή μου γράφοντας ανοησίες από δω κι από κει. Γράφοντας ανοησίες ανώνυμα, ανεύθυνα και χωριάτικα. Αναρωτιέμαι λοιπόν τι επιλογή ζωής έχουν κάνει τόσοι και τόσοι άνθρωποι. Αυτοί που πληκτρολογούν μόλις ξυπνήσουν τις πρώτες απλοϊκές και ανόητες σκέψεις τους και ύστερα συνεχίζουν να τηρούν δημοσίως το προσωπικό τους ημερολόγιο και να διατυπώνουν σε αυτό διεστραμμένες απόψεις για άτομα που δεν γνωρίζουν.
Η ελευθερία του λόγου δεν μπορεί να έχει όρια. Ο καθένας πρέπει να έχει το δικαίωμα να λέει ό,τι θέλει. Ο,τι λέμε για τους άλλους παρέχει όμως πληροφορίες για τον ίδιο μας τον εαυτό. Μέχρι εδώ κανένα σοβαρό πρόβλημα: ο κόσμος φλυαρεί και πνίγεται στην ανοησία· όποιος επιθυμεί στέκεται μακριά απ’ όλα τούτα. Ωστόσο βλέπω ένα πρόβλημα παράγωγο: οι εφημερίδες έχουν αρχίσει να μοιάζουν με ιστολόγια. Παλιότερα μπορούσαμε να διακρίνουμε μεταξύ έγκυρου εντύπου και λαϊκής φυλλάδας· σήμερα, φοβάμαι, όλα έχουν γίνει πολτός. Σε υποτιθέμενες σοβαρές εφημερίδες περιλαμβάνονται κείμενα χαμηλού γούστου, ξεκατινιάσματα, ξεμαλλιάσματα, φωτογραφίες τύπου παπαράτσι, κρυάδες, υπερβολές, χτυπήματα κάτω από τη μέση, βρόμικα υπονοούμενα, ψέματα. Ο Τύπος μιμείται το διαδίκτυο, τους ανώνυμους άεργους, τους κακιασμένους losers αυτής της χώρας. Φαίνεται σαν να μην υπάρχει πια το φίλτρο του αρχισυντάκτη, του ανθρώπου που κάποτε-κάποτε πρέπει να δηλώνει βαρυσήμαντα «αυτό το πετάω» και να ρίχνει το χειρόγραφο στα σκουπίδια.
Πλείστα από τα ηλεκτρονικά χειρόγραφα θα έπρεπε να βρίσκονται στους κάδους ανακύκλωσης και στην ανυπαρξία. Ομως, τούτη την εποχή όλοι εκλαμβάνουν τον εαυτό τους ως δημόσιο ομιλητή, δημοσιογράφο, σχολιαστή. Βεβαίως παρεξήγηση: μια λίστα με ψώνια είναι κάτι που μπορεί να γραφτεί σχεδόν από οποιονδήποτε· ένα άρθρο δεν είναι κάτι ανάλογο. Ακόμη και η δημοσιογραφία –ένα επάγγελμα που αφήνει ανοιχτό το ερώτημα «τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω»– χρειάζεται παιδεία, αίσθηση δεοντολογίας, θάρρος, αντοχή, υπομονή, ανεκτικότητα, διακριτικότητα. Ωστόσο όλα αυτά λείπουν από πολλούς γραφιάδες, τόσο των εφημερίδων και των περιοδικών, όσο και του διαδικτύου.
Χρονογράφημα της Σώτης Τριανταφύλλου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου