Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Πολιτική

Οι επτά πληγές του ελληνικού πολιτικού κόσμου

Μοιάζει αστείο, αν και είναι τραγικό. Στη χώρα της «αντι-μνημονιακής συναίνεσης», ένας «μνημονιακός» τεχνοκράτης πρωθυπουργός απολαμβάνει μεγάλα ποσοστά εμπιστοσύνης εκ μέρους των πολιτών, σε αντίθεση με τα μέλη της κυβέρνησής του που προέρχονται από το 80% των αιρετών αντιπροσώπων του Κοινοβουλίου. Γιατί, όμως, η δυσπιστία απέναντι στον πολιτικό κόσμο έχει βαθύνει τόσο; Πρόκειται άραγε για συγκυριακό φαινόμενο ή μήπως η χρεοκοπία έβγαλε στην επιφάνεια ένα βαθύτερο χάσμα;
Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική Δημοκρατία που αντιμετωπίζει αυτού του είδους το πρόβλημα. Και αλλού οι πολίτες θυμώνουν με τους πολιτικούς τους ή γελάνε με αυτούς, ανάλογα τις στιγμές και τα πρόσωπα. Διαισθανόμαστε όμως πως στη χώρα μας η εχθρότητα έναντι του πολιτικού κόσμου είναι γενικευμένη. Αντιλαμβανόμαστε πως η άρνηση αυτή ενέχει τέτοια επιθετικότητα, που αδικεί κατάφωρα, σε αρκετές περιπτώσεις, ανθρώπους.
Η μηδενιστική ετούτη συμπεριφορά έχει πολλές αιτίες. Μία από αυτές σχετίζεται με το συλλογικό στίγμα που εκπέμπει ο πολιτικός κόσμος. Μπορώ συνοπτικά να εντοπίσω επτά αρνητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα σημαντικό τμήμα Ελλήνων πολιτικών:
1. Ο πολιτικός κόσμος έχει ανεπαρκή παιδεία. Πολλοί πολιτικοί της Μεταπολίτευσης αναδείχθηκαν στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων λάμποντας ως συνδικαλιστές, αλλά όχι ως φοιτητές. Εχουν ανεπαρκή εμπειρία φοίτησης υψηλών προδιαγραφών και δείχνουν έλλειψη ενδιαφέροντος για ευρύτερες διανοητικές αναζητήσεις. Ως συνέπεια, σπανίζουν οι πολιτικοί-διανοητές που να μπορούν να διαπαιδαγωγούν και να κατευθύνουν την κοινωνία. Δεν αφθονούν οι πολιτικοί που ο λόγος τους να μην είναι το ρηχό αποτέλεσμα επικοινωνιακών συμβουλών αλλά δημιούργημα μιας συγκροτημένης διάνοιας με εύρος παιδείας και στρατηγική αντίληψη. Στις μέρες μας, οι πολιτικοί όταν δεν μιλούν ξύλινα και ρηχά, εκφράζονται όπως στα καφενεία, ενίοτε δε όπως στα γήπεδα.
2. Ο πολιτικός κόσμος είναι επιπόλαιος διαχειριστής. Ο χειρισμός των θεμάτων δημόσιας πολιτικής δεν είναι, ασφαλώς, εύκολη υπόθεση. Απαιτεί υπευθυνότητα, ειλικρίνεια και επίμονη προσπάθεια. Πολλοί πολιτικοί, όμως, δαπανούν υπερβολικό χρόνο στην τηλεοπτική και δημόσια εικόνα τους, παραγνωρίζοντας την ουσία προς χάριν της δημοσιότητας. Ακόμη και οι ομιλίες τους στη Βουλή είναι γεμάτες εξυπνάδες και κούφια συνθήματα τηλεοπτικού ύφους.
Οι συνέπειες είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού: πρόχειρες και επιπόλαιες παρεμβάσεις στα ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, που προκαλούν σύγχυση και αποδιοργάνωση. Πού αλλού παρατηρείται το φορολογικό χάος της Ελλάδας; Σε πόσες χώρες η εμπρόθεσμη διανομή βιβλίων στα σχολεία αποτελεί μείζoν ζήτημα; Πού αλλού οι νόμοι μένουν στα χαρτιά;
3. Ο πολιτικός κόσμος ρέπει στον επαρχιωτισμό και τον αυτισμό. Οι Ελληνες πολιτικοί εγκλωβίζονται σε ελληνοκεντρικές κοινοτοπίες, αγνοώντας στην πράξη τη δομή και την κουλτούρα του διεθνούς συστήματος. Ενώ αναφέρονται συχνά στον διεθνή παράγοντα, με τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι πολιτικές ηγεσίες δείχνουν να νομίζουν πως ζουν μόνες τους σε αυτό τον πλανήτη. Από το «Οχι στην ΕΟΚ» μέχρι τον διεθνή εξευτελισμό που βιώσαμε στις Κάννες εξαιτίας της «ιδέας» του δημοψηφίσματος, δεν είναι λίγες οι φορές που αναρωτηθήκαμε πώς γίνεται η πολιτική ελίτ να είναι τόσο πολύ «στον κόσμο της»;
4. Ο πολιτικός κόσμος έχει εθιστεί στη μηχανορραφία. Μαθαίνοντας την πολιτική στα φοιτητικά αμφιθέατρα, οι πολιτικοί μας συνήθισαν να την ασκούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να πρυτανεύουν συχνά ο καταφερτζής και ο πονηρός. Αντιμετωπίζοντας, όμως, τα δημόσια πράγματα όπως ένα χαρτοπαίγνιο όπου ο καθένας πάει να ξεγελάσει τους υπόλοιπους, οι πολιτικοί συμβάλλουν στην υπονόμευση και στην απονομιμοποίηση των δημοκρατικών θεσμών. Ο εθισμός στη μηχανορραφία και στον τακτικισμό επιτρέπει στην ελληνική πολιτική τάξη τις οβιδιακές μεταμορφώσεις, το «είπα-ξείπα». Οι Ελληνες πολιτικοί δεν ενοχλούνται με όλα αυτά, καθώς τα θεωρούν δείγμα πολιτικής ευφυΐας.
5. Ο πολιτικός κόσμος είναι άτολμος. Είναι αντικείμενο χρόνιου και ευρύτατου σχολιασμού από τους πολίτες η αξιοθρήνητη φοβία που δείχνουν οι πολιτικοί μπροστά στο πολιτικό κόστος. Η φοβία αυτή έχει φτάσει σε τέτοια όρια, ώστε ενώ το κράτος καταρρέει και η χώρα βαδίζει προς την άβυσσο, καμία σοβαρή μεταρρύθμιση δεν προχωράει, καμία αλλαγή δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Το χειρότερο είναι πως οι διάφορες ομάδες συμφερόντων έχουν αντιληφθεί πως οι πολιτικοί, όταν αντιμετωπίζουν «νταηλίκι», τρέπονται σε άτακτη φυγή, και επενδύουν πάνω σε αυτό για ίδιον όφελος.
6. Ο πολιτικός κόσμος έχει εθιστεί στη σπατάλη και τις πελατειακές σχέσεις. Ξοδεύοντας ασύστολα χρήματα σε ένα σωρό άχρηστες πολυτέλειες, οι Eλληνες πολιτικοί έχουν μάθει να κάνουν πολιτική με σπατάλες προκειμένου να συλλέξουν ευκολότερα ψήφους. Οι πελατειακές σχέσεις αποτελούν την πλέον χτυπητή απόδειξη αυτής της πρακτικής των πολιτικών να αντιμετωπίζουν τους δημόσιους πόρους ως ανεξάντλητους και για ιδία χρήση.
7. Το πολιτικό προσωπικό είναι εγωκεντρικό. Εντέλει, πάνω πάνω στην ατζέντα αρκετών πολιτικών υπάρχει ο εαυτός τους, η καριέρα τους. Πρόκειται για έναν ναρκισσισμό που σε κάποιες περιπτώσεις αγγίζει την παθολογία. Προτεραιότητά τους είναι η ικανοποίηση της εξουσιαστικής τους βουλιμίας, μιας ακόρεστης τάσης τροφοδότησης του εγώ. Δυστυχώς, στη δική τους συνείδηση η χώρα μπορεί να περιμένει.

Toυ Νίκου Μαραντζίδη,  αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Eιρήνη - Πόλεμος


Απόσπασμα από   <<Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα>> Αλέξης Σταμάτης
  «Έχουν γίνει πόλεμοι εδώ;»
«Όχι, κανένας πόλεμος εδώ κι εκατόν πενήντα-διακόσια χρόνια. Αυτό με τα όπλα    είναι παράδοση. Τον πόλεμο εγώ τον έζησα στην ανατολική Ευρώπη, στα Βαλκάνια...»
«Είπες πως ήσουν στη Γιουγκοσλαβία... Θα είδες πράγματα...»
«Φοβερά... Απίστευτες αγριότητες. Μπορώ να σου μιλάω ώρες... Ένα όμως δε θα ξεχάσω ποτέ». Έκανε μια παύση. «Θες να σου πω; Δεν είναι κι από τις ωραιότερες ιστορίες...»
Η Λήδα ένευσε καταφατικά.
«Είχα βρεθεί σ' ένα εγκαταλειμμένο χωριό. Ακολου­θούσα το τάγμα μιας παράταξης που είχε καταφύγει ε­κεί. Είχαμε περπατήσει τρεις μέρες και τα τρόφιμα τε­λείωναν. Ήμουν αποκλεισμένος, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς καμία επικοινωνία με την εφημερίδα, με τον υπόλοιπο κό­σμο, με τίποτα. Η μοίρα τους ήταν η μοίρα μου. Με το που πατήσαμε το πόδι μας στο χωριό δεχτήκαμε μαζική επίθεση από τον αέρα. Εγώ ήμουν στην πλατεία του χω­ριού μ' έναν νεαρό λοχία. Όταν είδαμε τα βομβαρδιστικά να πλησιάζουν τρέξαμε σαν τρελοί μπήκαμε στο πρώτο σπίτι που βρήκαμε μπροστά μας. Ήμασταν τυχεροί είχε υπόγειο. Ο Ντάρκο άνοιξε την καταπακτή. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε μια απότομη ξύλινη σκάλα. Στο βάθος υ­πήρχε ένα μικρό φωτάκι, αλλά δεν μπορούσα να διακρί­νω τι γινόταν μέσα. Ξαφνικά, στα δεξιά μας, πολύ κοντά, είδα μια λάμψη" ταυτόχρονα ακούστηκε ένας κρότος, ύ­στερα κι άλλος, κι ένας τρίτος. Πυροβολισμοί. Ο Ντάρκο έπεσε. Εγώ έκανα ένα σάλτο αριστερά. Είδα έναν ίσκιο που κινήθηκε προς το μέρος μου. Έπεσα πάνω του. Ένα πιστόλι τινάχτηκε μακριά. Παλέψαμε για λίγο ήταν πο­λύ αδύναμος. Κάτι υποψιάστηκα όμως. Πήδηξα πάνω του κι όταν ακινητοποίησα τα χέρια του, κοίταξα το πρό­σωπο του και βεβαιώθηκα. Ήταν γυναίκα, κοπέλα μάλ­λον, καμιά εικοσαριά χρονών, ξανθιά" πολύ λεπτή. Το πρό­σωπο της ήταν βρόμικο, γρατσουνισμένο, τα χείλη της σκασμένα. Ο Ντάρκο κειτόταν πλάι μου. Πήρα το πι­στόλι του, ύστερα τις χειροπέδες του" τις έβαλα στην κο­πέλα. Εκείνη με κοίταζε τρομαγμένα, το κεφάλι της κου­νιόταν πέρα δώθε. Ξαναγύρισα στον Ντάρκο. Του γύρισα το πρόσωπο στο φως κι έπιασα το σφυγμό του. Ήταν νε­κρός. Εκείνη τη στιγμή η κοπέλα έβγαλε μια φοβερή κραυγή που αντήχησε σ' όλο το υπόγειο. "Ντάρκο! Όχι!!!" κι άρχισε να κλαίει σπαρακτικά. Την έψαξα, δεν είχε άλ­λο όπλο, της έβγαλα τις χειροπέδες. Τότε η κοπέλα έπε­σε πάνω στον νεκρό και τον αγκάλιασε. Κράτησε το πρό­σωπο του στα χέρια της κι άρχισε να τον φιλάει ασταμά­τητα. Από πάνω άκουγα εκρήξεις... Η αεροπορία ισοπέ­δωνε το χωριό. "Ντάρκο, Ντάρκο" φώναζε συνέχεια η κο­πέλα. Τη ρώτησα τι συμβαίνει, πού τον ήξερε. Γύρισε το πρόσωπο της, ένα φίνο γιουγκοσλάβικο πρόσωπο, και εί­πε, τρέμοντας: "Με λένε Μπένγκα Γιάνκοβιτς. Ο Ντάρ­κο είναι ο αδερφός μου". Μείναμε τρεις ώρες στο υπόγειο. Η Μπένγκα, ο νεκρός Ντάρκο, κι εγώ. Μέσα από κραυ­γές και κλάματα μου είπε ολόκληρη τη ζωή της. Από την οικογένεια της δεν είχε απομείνει κανείς. Εκείνη κι ο Ντάρκο ήταν οι τελευταίοι. "Σπούδαζε πιάνο, ήταν με­γάλο ταλέντο" μου είπε. Ο θόρυβος από πάνω κάποια στιγμή σταμάτησε. Περίμενα μισή ώρα κι ύστερα απο­φάσισα να δω τι γίνεται. Άρχισα να ανεβαίνω τη σκάλα για ν' ανοίξω την καταπακτή, κι είχα φτάσει στο τελευ­ταίο σκαλοπάτι, όταν άκουσα πίσω μου έναν πυροβολι­σμό. Είχε τινάξει τα μυαλά της με το πιστόλι του Ντάρ­κο. Έπεσε πάνω του" έγιναν ένα κουβάρι. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα πλέον. Ανέβηκα με προσοχή. Το χωριό δεν υπήρχε πια. Νεκροί παντού. Ένα επίπεδο τοπίο γεμάτο πτώματα. Ξανακατέβηκα στο υπόγειο, πήρα τη μηχανή μου και φωτογράφισα τον Ντάρκο με την Μπένγκα. Ένα κουβάρι. Αυτή η φωτογραφία πήρε διεθνές βραβείο...»


Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Πυρηνική ενέργεια



ΤΑ ΥΠΕΡ…
Αναλύοντας τα πλεονεκτήματά της, οι υπέρμαχοι της πυρηνικής ενέργειας τονίζουν ότι, πέρα από το ότι δεν συνοδεύεται από το υψηλό κόστος του πετρελαίου και των άλλων παραδοσιακών πηγών ενέργειας, η πυρηνική ενέργεια είναι η μόνη άμεσα διαθέσιμη (τα αποθέματα ουρανίου φτάνουν για την επόμενη χιλιετία) λύση στα ενεργειακά και περιβαλλοντικά προβλήματα του πλανήτη. Υποστηρίζουν ότι η πυρηνική ενέργεια είναι φιλική προς το περιβάλλον, καθώς οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα είναι περιορισμένες, αλλά και ασφαλής, χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας και τα αυστηρότατα μέτρα ασφαλείας στους αντιδραστήρες. Όσο για τα πυρηνικά απόβλητα, η διαχείριση των οποίων αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο “αγκάθι”, επισημαίνουν ότι οι σύγχρονες μονάδες ανακυκλώνουν ένα πολύ μεγάλο μέρος των καυσίμων τους, περιορίζοντας δραστικά την παραγωγή επικίνδυνων αποβλήτων, και ότι σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα αυτό ωχριά μπροστά στις συνέπειες της χρήσης των ορυκτών καυσίμων.

…ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑ
Οι πολέμιοι των πυρηνικών έχουν τα δικά τους ισχυρά επιχειρήματα. Στο ζήτημα του κόστους υποστηρίζουν ότι η πυρηνική ενέργεια δεν είναι καθόλου φτηνή, αν συνυπολογιστούν τα κόστη κατασκευής και λειτουργίας των πυρηνικών αντιδραστήρων, αλλά και αυτά του αναγκαίου “ξηλώματος”, μόλις κλείσουν τον κύκλο τους μετά από 30 περίπου χρόνια λειτουργίας. Στο ζήτημα της ασφάλειας παραδέχονται ότι οι σύγχρονοι αντιδραστήρες δεν έχουν καμία σχέση με την τεχνολογία του Τσερνομπίλ, όμως προσθέτουν ότι αρκεί ένα πυρηνικό ατύχημα και οι καταστροφικές του συνέπειες για να ακυρωθούν δεκαετίες ολόκληρες ασφαλούς λειτουργίας. Μύθο θεωρούν και τα περιβαλλοντικά οφέλη που επικαλούνται οι υπέρμαχοι των πυρηνικών. Υποστηρίζουν ότι οι μειωμένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα δεν είναι πανάκεια, καθώς η λειτουργία των αντιδραστήρων όχι μόνο εκπέμπει θερμότητα (συμβάλλοντας έτσι στο φαινόμενο του θερμοκηπίου) αλλά συνοδεύονται και από την παραγωγή ραδιενεργών αερίων και αποβλήτων. Σε ό,τι αφορά ειδικά την Ελλάδα, προσθέτουν ότι η χώρα μας είναι τελείως ακατάλληλη για την κατασκευή πυρηνικών εργοστασίων, λόγω της υψηλής σεισμικότητας της περιοχής, για να λάβουν την απάντηση από τους θιασώτες των πυρηνικών, ότι στην πιο σεισμογενή χώρα της Γης, την Ιαπωνία, λειτουργούν σήμερα 53 πυρηνικά εργοστάσια.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Τέχνη

Τι περιμένουμε από τους σύγχρονους καλλιτέχνες;
Εχουμε πραγματικά ανάγκη μια τέχνη που να παρηγορεί την ψυχή ή μήπως μια τέχνη που να ανακουφίζει τα κουρασμένα μας νεύρα;

Η κρίση βαθαίνει, η πραγματικότητα δείχνει τα δόντια της και είναι κυρίως από το δικό της δυσάρεστο χνώτο που έρχεται η ζέστη του φετινού καλοκαιριού. Από κάθε αρνητικό, αποσπάστε το θετικό του, συνιστούσαν οι στωικοί φιλόσοφοι. Εάν ακολουθήσουμε τις οδηγίες τους θα δυσκολευτούμε πολύ ή μπορεί και να απελπιστούμε επειδή δεν βλέπουμε τίποτα μπρος μας που να μοιάζει με διέξοδο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η τέχνη έρχεται συνήθως ως αρωγός. Παρουσιάζεται σαν η πιο συμπονετική και η πιο αποτελεσματική παρηγορήτρα. Τουλάχιστον αυτό συνέβαινε άλλοτε. Γιατί εδώ και καιρό -και σήμερα φαίνεται πολύ πιο καθαρά- ο προορισμός της άλλαξε. Σκοπός της δεν είναι πια η εξύψωση, είναι η «τόνωση» των απογοητευμένων. Αραγε αυτό είναι που χρειάζεται; Εχουμε πραγματικά ανάγκη μια τέχνη που να παρηγορεί την ψυχή (χωρίς να την ξεγελάει) ή μήπως μια τέχνη που να ανακουφίζει τα κουρασμένα μας νεύρα;
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Σ’ έναν πίνακά του, τον «Μισάνθρωπο», ο Μπρύγκελ δείχνει έναν άνθρωπο που αποχωρεί απαυδισμένος από τον κόσμο. 


Μια επιγραφή από κάτω λέει: «επειδή ο κόσμος είναι άθλιος, εγώ φεύγω και πάω να θρηνήσω». Η στάση του καλλιτέχνη εδώ και μερικές δεκαετίες δεν ήταν πολύ διαφορετική. Είχε στρέψει τα νώτα του σε μια κοινωνική πραγματικότητα που τον ενοχλούσε, τον υποβίβαζε, τον υποχρέωνε να ζει σ’ ένα πολιτιστικό σκουπιδότοπο. Αλλά την ίδια στιγμή που απέστρεφε αηδιασμένος το βλέμμα, οι παμπόνηροι που τον είχαν εξωθήσει στο περιθώριο, εξακολουθούσαν να τον έχουν για στόχο. Στον πίνακα του Μπρύγκελ βλέπουμε ένα διαβολεμένο ανθρωπάριο να απλώνει το χέρι και να κλέβει τον διαμαρτυρόμενο αναχωρητή που δεν παίρνει είδηση τι γίνεται πίσω του. Δεν υπάρχει επομένως περίπτωση να αποκοπούμε εντελώς από τον κόσμο. Αν του γυρίσουμε την πλάτη, τόσο το χειρότερο, αυτός θα μας εξαπατήσει ευκολότερα.
Αδιαφορία
Το μήνυμα του Φλαμανδού ζωγράφου δεν είχε φθάσει στ’ αυτιά των συγχρόνων καλλιτεχνών. Συνέχιζαν να δυσφορούν, παράλληλα όμως και να απολαμβάνουν το προνόμιο των πειραματιστών που δεν δίνουν λογαριασμό σε κανένα. Φυσικά, η κοινωνία της αφθονίας μπορούσε να τους ανταμείβει κι αυτούς, όπως τον καθένα που θα ήταν ικανός να προσθέσει κάτι στο θέαμα και την ποικιλία του κόσμου. Οι αποτραβηγμένοι δεν ήταν τελικά παρά τρόφιμοι του καταναλωτικού «πλουραλισμού».
Ωσπου έρχεται η κρίση και τους αναγκάζει όλους σε επάνοδο. Να λοιπόν το θετικό, που λέγαμε στην αρχή. Οι καλλιτέχνες φαίνεται να επιστρέφουν, να νοιάζονται για τη δυστυχία μας, κι εμείς μπορούμε να καταλαβαίνουμε ότι μας νοιάζονται. Πλην όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Παρατηρούμε ότι συχνά η τέχνη επιστρέφει όχι ως δύναμη που μετουσιώνει, αλλά ως ειδική υπηρεσία «διαχείρισης κρίσεων». Εχουμε, πράγματι, γίνει μάρτυρες μιας επιχείρησης όπου μια ορισμένη καλλιτεχνία συνδυάζεται με μια ορισμένη υγιεινή. Προσφέρονται συνταγές για art-therapy, για χαλάρωση μέσω μουσικής, για ψυχοθεραπεία μέσω λογοτεχνίας. Μαζί μ’ αυτά πάνε και οι πιο εφαρμοσμένες τεχνικές για το πώς θα ασκήσετε την τέχνη του γάμου, πώς θα κάνετε φίλους και γενικά πώς θα μαγειρέψετε τα πάντα στην κουζίνα της ζωής σας ώστε να υπάρχουν διαρκώς χαμόγελα γύρω σας - κι αν όχι χαμόγελα, κάτι λιγότερο ευχάριστο μεν, οπωσδήποτε όμως πιο σταθερό: η συγκατάβαση των άλλων.
Οικονομική λογική
Καλούμαστε λοιπόν να ζήσουμε πιο μετρημένα, πιο ευέλικτα, πιο ανεκτικά. Μα ακριβώς αυτό δεν μας ζητούν και οι κατά τα άλλα απεχθείς κυρίαρχοι των αγορών; Αυτό δεν είναι που υποτίθεται ότι συμπιέζει τη ζωή μας; Τελικά είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, οι διάφοροι καλλιτεχνίζοντες σύμβουλοι ξανατυλίγουν τους πελάτες τους με το δίχτυ μιας οικονομικής λογικής που δεν ξέρει παρά μόνο από έσοδα και έξοδα.
Θα πείτε ότι υπάρχει πάντα και η άλλη τέχνη, αυτή που εξακολουθεί με τον τρόπο της να αναφέρεται στο ωραίο. Ομως κι εδώ παραμένει το πρόβλημα. Γιατί αν (και σ’ αυτό συγκλίνουν οι θεωρίες) ωραίο είναι πάντα η «ενότητα μέσα από την πολλαπλότητα», το ερώτημα που γεννιέται σήμερα είναι πού έχει πάει η μέριμνα για την ενότητα. Ολα την αρνούνται μέχρι στιγμής, ή μάλλον όλα είναι απόπειρες για να την παρακάμψουν. Η καταχρηστική, για παράδειγμα, προσφυγή στα γκράφιτι, στο κολάζ και στις διάφορες τυφλές μείξεις διαφόρων μέσων και τεχνολογικών τρυκ, η σαρωτική επίσης μόδα των θεατρικών διασκευών καθώς και η εκρηκτική πληθωρικότητα κραυγών και χειρονομιών σε παραστάσεις, δρώμενα και χάπενινγκ είναι σημάδια πως η αποσπασματικότητα θριαμβεύει. Βεβαίως είναι ταυτόχρονα και σημάδια της μεγάλης, της ασφυκτικής ανάγκης για έκφραση. Οταν όμως η έκφραση γίνεται υπερ-έκφραση, τότε παύει η τέχνη και φιγουράρει απλώς το εγώ ενός ζογκλέρ που φωνάζει: «Δες τε με, είμαι εδώ και συμμερίζομαι τον πόνο σας». Αυτό ονομάστε το όπως θέλετε. Δεν λέγεται όμως ούτε εξύψωση ούτε μετουσίωση.
Θα περιμένουμε πάντως κι άλλο. Κανείς δεν ξέρει τι θα προκύψει. Δεν αποκλείεται με τα επόμενα τραντάγματα της κρίσης να λακίσουν οι σαλτιμπάγκοι που χορεύουν πάνω στα ερείπια. Και να ξεμυτίσει στη θέση τους, κάποιο άλλο είδος, καινούργιο. Ισως θυμίζει, αμυδρά έστω, εκείνους που στον 19ο αιώνα αποκάλεσαν «καλλιτέχνες - οικοδόμους». Χωρίς αμφιβολία η πίστη τους θα είναι μικρότερη. Τουλάχιστον όμως δεν θα τους λείπει η υπομονή και το πείσμα.
Του Βασιλη Kαραποστολη

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ - Μεσσιανισμός

Ο Θεός ως οικονομολόγος

Η φωτογραφία που δημοσιεύθηκε στα «ΝΕΑ» της Δευτέρας, 8 Αυγούστου, στην τρίτη σελίδα, θα έπρεπε κανονικά να αναδημοσιεύεται καθημερινά στον παγκόσμιο Τύπο, για έναν τουλάχιστον μήνα. Μήπως και συνέλθουμε βλέποντάς την συνεχώς. Δεν είναι δυνατόν να γκρεμίζεται ο κόσμος πάνω στα κεφάλια μας και να επιμένουμε σε τακτικές μεσαιωνικές. Πριν απ' όλα, όμως, η φωτογραφία: χιλιάδες κάτοικοι του Τέξας συγκεντρώθηκαν στο στάδιο του Χιούστον για να προσευχηθούν, προκειμένου να βγουν οι Ηνωμένες Πολιτείες από την οικονομική κρίση.
Οσα πρόσωπα απεικονίζονται καθαρά στη φωτογραφία, αντρικά ή γυναικεία, είναι ωραία ντυμένα και δεν δείχνουν κανένα στοιχείο στέρησης ή κακουχίας - κάθε άλλο μάλιστα. Σε μια φωτογραφία που δεν θα είχε τραβηχτεί σε στιγμές θρησκευτικής «καταληψίας» για τη διάσωση της οικονομίας, τα ίδια αυτά πρόσωπα με τις κινήσεις τους, που τώρα εκλιπαρούν το Θεό να τα σώσει οικονομικά, με τις ίδιες ακριβώς θα μπορούσε να επευφημούν, στο ίδιο ακριβώς στάδιο, ένα ροκ ή ένα ποπ τραγουδιστικό είδωλο.
Το θέμα όμως δεν είναι η «σημειολογία» της φωτογραφίας. Το θέμα είναι πώς γίνεται να πιστεύουν χιλιάδες άνθρωποι (εύκολα μπορείς να τους υπολογίσεις, αν και απουσιάζουν από τη φωτογραφία, χωρίς μάλιστα να σφάλλεις, σε εκατομμύρια ή και σε δισεκατομμύρια) ότι είναι δυνατόν, αν υπάρχει Θεός, να χρειάζεται να τον παρακαλέσουν για μια σωτηρία που, ως σήμερα τουλάχιστον, δεν έδειξε ποτέ τη διάθεση να παρέμβει ώστε να επιτευχθεί. Και τι Θεός θα ήταν αν, όταν εκπονούσε το σχέδιό του για τη δημιουργία του κόσμου, προέβλεπε ως συστατικό του τελευταίου τις παλινωδίες της οικονομίας, καθώς πρόκειται για χαρακτηριστικό μερικών εκατονταετιών, ώστε σε καμιά περίπτωση να μην μπορεί να ταυτιστεί ο Θεός με την οικονομία, ακόμη κι αν κατάληξη θα ήταν να καταποντιστεί το δημιούργημά του.
Μα δεν υπάρχει ένας χριστιανός, μουσουλμάνος, καθολικός, προτεστάντης, οτιδήποτε, που να τους εξηγήσει μέσα στο ίδιο το στάδιο που συγκεντρώθηκαν για να προσευχηθούν ότι η μωρία και η τύφλωση, που σ' αυτές χρεώνονται σε μεγάλο βαθμό η εξαθλίωση του Τρίτου Κόσμου και η ανέχεια και η πείνα οπουδήποτε Γης, είναι οι ίδιες ακριβώς που τους κάνουν να πιστεύουν ότι άμα προσευχηθούν ενδέχεται να σωθούν και μάλιστα επιλεκτικά οι ίδιοι ως κάτοικοι του Τέξας; Να οριοθετείς το πρόβλημα του κόσμου στη σωτηρία της οικονομίας των ΗΠΑ σημαίνει ότι θα σου ήταν ακατανόητος ένας Θεός που θα είχε εκδηλωθεί ευεργετικά για πραγματικά δυστυχισμένους, που όμως δεν είχαν συγκεντρωθεί για να προσευχηθούν. Είναι σαν να ομολογείς ότι σου χρειάζεται ένας Θεός μικροπρεπής και συμφεροντολόγος όπως είσαι εσύ ο ίδιος.
Αν ο Θεός είχε δείξει την πρόθεσή του μέσα στην Ιστορία να σώσει τους ανθρώπους όταν κινδυνεύει η οικονομία τους, γιατί θα είχε παραμείνει κουφός στις παρακλήσεις των δυστυχισμένων που, χωρίς να συγκεντρώνονται όλοι μαζί για να προσευχηθούν, τον επικαλούνται καθημερινά για να τους σώσει; Γιατί οι χιλιάδες κάτοικοι του Χιούστον, που δεν βασανίζονται όσο οι δυστυχισμένοι του Τρίτου Κόσμου, λογαριάζουν την ομαδική τους προσευχή (μάλλον περί υστερίας πρόκειται), αν και ενός προσωποπαγέστατου συμφέροντος, πιο αποτελεσματική σε σχέση με εκείνην οποιουδήποτε άλλου και γιατί δεν σκέφτηκαν να την αναπέμψουν τόσο για τους ίδιους όσο και για λογαριασμό όλων των υπόλοιπων δυστυχισμένων.
Αν θεωρούν ότι ο Θεός έχει τόσο ακριβή συνείδηση των ανθρωπίνων πεπραγμένων μας, ώστε έναν που προσεύχεται για να σωθεί η οικονομία των ΗΠΑ τον θεωρεί σαν να προσεύχεται για όλους εκείνους που η καταβαράθρωση αυτής της οικονομίας θα τους συμπαρασύρει, μάλλον έχουν μπερδέψει τον Θεό με τον Ανταμ Σμιθ. Σε τελευταία ανάλυση, να ζητάς από τον Θεό να μεροληπτεί στην απονομή της δικαιοσύνης και να ευεργετεί τον λιγότερο σε σχέση με τον απείρως περισσότερο βασανιζόμενο, υπονομεύει την έννοια του Θεού σε τέτοιο βαθμό, ώστε μια απόδειξη της ύπαρξής του θα ήταν να επιδεινώσει την κατάστασή σου ακόμη περισσότερο.
Θανάσης Νιάρχος

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εθισμός στη βαρβαρότητα
Tου Νικου Βατοπουλου
Είχα φθάσει οδηγώντας σε ένα σταυροδρόμι και στην αρχή εκνευρίστηκα γιατί το απογορευτικό σήμα ήταν μουτζουρωμένο και προς στιγμήν δεν μπορούσα να καταλάβω αν έπρεπε να στρίψω δεξιά ή αριστερά. Υστερα από λίγο χαμογέλασα, γιατί θυμήθηκα ότι ο βανδαλισμός των σημάτων της τροχαίας εθεωρείτο πριν από λίγα χρόνια δείγμα ανομίας.
Οχι ότι δεν είναι. Αλλά εδώ που φθάσαμε έχουμε πάρει ως λαός «μεταπτυχιακό» στον εθισμό στους βανδαλισμούς και πάμε φουλ για «ντοκτορά». Ολοκληρώσαμε την κατάπτωση των πρώιμων σταδίων παραβατικότητας (σήματα τροχαίας, κάπνισμα σε κλειστούς χώρους, διαφημιστικές πινακίδες ξανά παντού) και πάμε για τα «βαριά». Ξήλωμα κάθε τρεις και λίγο όλου του αθηναϊκού Κέντρου. Σε κανέναν δεν προκαλεί εντύπωση πλέον ότι δεν έχει μείνει μάρμαρο και τζαμαρία. «Ετσι, είναι πια στην Ελλάδα».
Απαθείς ή έστω με βουβό αποτροπιασμό παρακολουθούμε πλέον την καταστροφή. Παλαιότερα, ως πολίτες μη εξοικειωμένοι με την πιθανότητα του χάους στην καρδιά της Αθήνας, είχαμε την προσέγγιση του αδαούς. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι τα πάντα μπορούν να συμβούν. Και απλώς, ελπίζουμε ότι θα αποφύγουμε τη μαύρη δίνη.
Ολα αυτά τα ευχάριστα συμβαίνουν σε μια πόλη που αδυνατεί να λειτουργήσει. Χθες το πρωί, στη ΝΕΤ, ο δήμαρχος Αθηναίων, κ. Γιώργος Καμίνης που, όπως είπε, εμφανίζεται στα μέσα όταν κρίνει ότι υπάρχει λόγος, δεν μας άφησε κανένα περιθώριο αισιοδοξίας. Δεν ήταν η πρόθεσή του αλλά από τα λεγόμενά του αντιληφθήκαμε, π.χ, ότι για το παρεμπόριο δεν υπάρχει καμία ελπίδα περιορισμού του. Ευθύνες έχει (και πράγματι έχει) -όπως είπε ο κ. Γ. Καμίνης- και ο πολίτης που αγοράζει τα παράνομα προϊόντα. Οπως ευθύνες έχει, είπε ο κ. δήμαρχος, και ο πολίτης που πηγαίνει με Αφρικάνες πόρνες. Τελεία.
Θα πει κανείς ότι αυτομάτως τα ούτως ή άλλως σημαντικά θέματα λειτουργίας της πόλης, παρότι άπτονται της άμεσης καθημερινότητας, υποβαθμίζονται σε σημασία όταν δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει ως χώρα. Αλλά η κληρονομιά αυτή της παρατεταμένης ανομίας και παραβατικότητας (αλλά και ασχήμιας σε όλες τις εκφάνσεις της μοναδικά αποτυπωμένης στα σκουπίδια) είναι ο κυνικός εθισμός στη βαρβαρότητα. Είναι το πιο ύπουλο αποτύπωμα αυτών των ημερών.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ



Η μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας

The New York Times

Η δημιουργία του ευρώ ήταν μια πολιτική απόφαση που είχε στόχο να ενώσει την Ευρώπη σε μια ζώνη ευημερίας και διαρκώς στενότερης ομοσπονδιακής συνεργασίας. Αντ’ αυτού, το ενιαίο νόμισμα μετατρέπεται σε καταλύτη διάλυσης της E.E. Καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες προσπαθούν να καταλήξουν σε συμφωνία ενόψει της κρίσιμης συνόδου των Βρυξελλών, η ανησυχία στην Ευρώπη αυξάνεται – και όχι μόνο για το ευρώ. Ο,τι εθεωρείτο δεδομένο τα τελευταία 60 χρόνια μοιάζει κενό και η πυξίδα που έδειχνε το μέλλον έχει απομαγνητιστεί.
Η κρίση του ευρώ έχει βαθιές ρίζες. Οι ανισορροπίες ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο, τους πλούσιους και τους φτωχούς, τις οικονομίες που εξάγουν και τις οικονομίες που προσφέρουν υπηρεσίες, δεν μπορούν να καλυφθούν από την κοινή συνύπαρξη σε ένα νόμισμα, η λειτουργία του οποίου διέπεται από ελάχιστους κανόνες κι αυτούς ανεφάρμοστους. Για να επιλυθεί η κρίση χρειάζονται θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της Ενωσης και βαθύτερες παρεμβάσεις στα εσωτερικά των κρατών. Απαιτείται δημοσιονομική ένωση, Ευρωπαίος υπουργός Οικονομικών που να μπορεί να επεμβαίνει στους κρατικούς προϋπολογισμούς και κοινές φορολογικές και συνταξιοδοτικές πολιτικές. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να συντονιστεί και να πραγματοποιήσει βήματα προς την πραγματική ενοποίηση.
«Είμαστε αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη πρόκληση που γνώρισε η Ενωσή μας στα 60 χρόνια της ιστορίας της», δήλωσε ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο. «Η κρίση απειλεί τα κεκτημένα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», προσθέτει ο Γάλλος οικονομολόγος και ιστορικός Νικολά Μπαβερέ «Ολες οι αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ευρωζώνη –ότι αποκλείονται οι κρατικές χρεοκοπίες, ότι δεν επιτρέπονται μεταφορές πόρων, ότι δεν επιτρέπονται διασώσεις κρατών και ότι υπάρχουν αυστηρά όρια στο δημόσιο χρέος– έχουν πεθάνει και δεν υφίστανται αρχές πάνω στις οποίες να βασιστούμε».
Η αρχή που θα μπορούσε να βγάλει την Ευρώπη από την κρίση, το ιστορικό βήμα της δημιουργίας ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομικών απαιτεί νέες ευρωπαϊκές συνθήκες και έγκρισή τους από τους ψηφοφόρους. Ομως, η Ευρώπη δεν είναι δημοφιλής μεταξύ των Ευρωπαίων. Θεωρείται το άλλο πρόσωπο της παγκοσμιοποίησης, μια οντότητα απόμακρη και ταυτόχρονα παρεμβατική. Οι ψηφοφόροι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα σπεύσουν να αγκαλιάσουν έναν νέο κόσμο οικονομικής ενοποίησης. Ακόμη κι αν αυτό συμβεί, θα χρειαστούν χρόνια έως ότου συνταχθεί η νέα συνθήκη και τεθεί προς επικύρωση.
Για τους ευρωκράτες και την πολιτική ελίτ, η απάντηση «χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη» είναι προφανής. Για τους ψηφοφόρους, όχι. «Το μόνο πράγμα που μπορεί να σώσει το ευρώ στην παρούσα του μορφή δεν μπορεί και δεν πρέπει να εφαρμοστεί χωρίς δημοκρατικό διάλογο», είπε ο Σάιμον Τίλφορντ, επικεφαλής των οικονομικών αναλυτών του Κέντρου Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης. Ο Τίλφορντ παραδέχθηκε βέβαια ότι ένας πραγματικός δημοκρατικός διάλογος «μπορεί να επιδεινώσει την κρίση». Αυτή είναι η πιο μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΜΑΖΟΠΟΙΗΣΗ

Οι τελευταίες ώρες του πρώην ηγέτη και η εν ψυχρώ εκτέλεση από μαχητές

Α.P., Reuters, AFP
ΤΡΙΠΟΛΗ. Ξεδιαλύνεται το μυστήριο των τελευταίων στιγμών του συνταγματάρχη Καντάφι, καθώς όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι ο πρώην δικτάτορας της Λιβύης εκτελέστηκε εν ψυχρώ από μαχητές του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου (NTC) λίγα λεπτά μετά τη σύλληψή του. Οι φρικιαστικές εικόνες με τον Μουαμάρ Καντάφι να μεταφέρεται αιμόφυρτος αλλά ζωντανός πάνω σε ημιφορτηγό, οι οποίες έκαναν ήδη τον γύρο του κόσμου, οι αναφορές αυτοπτών μαρτύρων και οι ειδικοί που ανέλυσαν τις φωτογραφίες της σορού τού άλλοτε ισχυρού άνδρα της Λιβύης καταρρίπτουν τον αρχικό ισχυρισμό του NTC περί θανάτου που προέκυψε κατόπιν ανταλλαγής πυρών.
Η εν ψυχρώ εκτέλεση του συνταγματάρχη Καντάφι εγείρει σοβαρά ερωτήματα όσον αφορά τη δυνατότητα του NTC να θέσει υπό έλεγχο τις παραστρατιωτικές ομάδες που απαρτίζουν τον λεγόμενο μεταβατικό στρατό της Λιβύης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας.
Ο τραγικός επίλογος του συνταγματάρχη Καντάφι ξεκίνησε να γράφεται λίγο πριν από τις 8.30 το πρωί τοπική ώρα, όταν ένα μη επανδρωμένο αμερικανικό αεροσκάφος και ένα γαλλικό μαχητικό εντόπισαν αυτοκινητοπομπή που εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα έξω από τη Σύρτη. Η ρουκέτα που εξαπέλυσε το γαλλικό μαχητικό έπληξε δύο από τα περίπου δέκα στρατιωτικά οχήματα, υποχρεώνοντας τα υπόλοιπα να αλλάξουν πορεία. Στο σημείο κατέφθασαν ταχύτατα ομάδες μαχητών του ΝΤC οι οποίες κατεδίωξαν τα οχήματα μέχρι που οι οδηγοί τους υποχρεώθηκαν να τα ακινητοποιήσουν.
«Ο Καντάφι πήδηξε από ένα τζιπ και κρύφτηκε μέσα σ’ έναν παλιό αποχετευτικό αγωγό», ισχυρίστηκε ο επικεφαλής μονάδας μαχητών του NTC στη Σύρτη, Μοχάμεντ αλ Λάιθ, στο τηλεοπτικό δίκτυο Αλ Τζαζίρα. Στη σύντομη μάχη που ακολούθησε οι τελευταίοι σωματοφύλακες του Καντάφι σκοτώθηκαν και αυτός φέρεται να ξεπρόβαλε από τον αγωγό διερωτώμενος «τι συμβαίνει» και στη συνέχεια εκλιπαρώντας για έλεος. Σύμφωνα με άλλη πηγή, ο Καντάφι μεταφέρθηκε ζωντανός με ασθενοφόρο στη Μισράτα.
Πάντως, ο Αμερικανός ιατροδικαστής Μάικλ Μπέιντεν, που εξέτασε τις φωτογραφίες του νεκρού Καντάφι, δήλωσε στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» ότι πυροβολήθηκε από κοντινή απόσταση. Σημειώνεται ότι το NTC ανακοίνωσε χθες ότι η προγραμματισμένη για χθες κηδεία του Καντάφι αναβάλλεται για λίγες ημέρες.
Οσον αφορά τους δύο γιους του, ο Μοτασίμ φέρεται να είναι νεκρός, ενώ ο Σαΐφ αλ Ισλάμ να νοσηλεύεται φρουρούμενος στη Ζλιτάν.

Τύραννος συρόμενος
Τoυ Νικου Γ. Ξυδακη
Θα παραμείνουμε χώρα της Δύσεως ή θα γίνουμε Λιβύη; Ρωτούσε ο συνομήλικος αργά μες στη νύχτα. Είχαμε δει νωρίτερα τον Καντάφι να σύρεται αιμόφυρτος από το αλαλάζον πλήθος, ετοιμοθάνατος και νεκρός, είδαμε το σώμα του νεκρού να χτυπιέται και να βεβηλώνεται, είχαμε δει τον υπόνομο όπου κρυβόταν. Ηταν εικόνες φρικιαστικές. Ο ένοπλος όχλος σέρνει ένα πτώμα, όπως ο Μογγόλος έφιππος σέρνει το πτώμα του εχθρού του για να ταπεινώσει ακόμη και τον θάνατό του.
Το έχει περιγράψει συγκλονιστικά ο Ομηρος, προοικονομώντας κάθε μέλλουσα αφήγηση για τη φρίκη του πολέμου: το κουφάρι του Εκτορα σύρεται από το άρμα του Αχιλλέα. Και γνωρίζουμε την τραγική κατάληξη των υβριστών νικητών του πολέμου, αυτών που δεν σεβάστηκαν τη σορό του ηττημένου εχθρού, την ιερότητα του σώματος, τους βωμούς και τα γυναικόπαιδα των χαμένων.
Ο Λίβυος συνταγματάρχης υπήρξε πράγματι τύραννος του λαού του, αλαζών, ημιπαράφρων, φονεύς. Αλλά και συνομιλητής των ηγετών δημοκρατιών της Δύσεως επί τέσσερις δεκαετίες: όλοι επισκέφθηκαν το τσαντίρι του φύλαρχου και συναλλάχθηκαν μαζί του. Ο Καντάφι προτίμησε να πολεμήσει εναντίον του λαού του, παρά να παραιτηθεί για να αποφευχθεί το λουτρό αίματος. Του έπρεπε η σκληρότερη τιμωρία. Εντούτοις, ακόμη και ο ειδεχθέστερος τύραννος αξίζει να πεθάνει αξιοπρεπώς, όχι γιατί του αξίζει προσωπικά, αλλά γιατί αυτή η τιμή, ο αξιοπρεπής θάνατος, πιστώνεται στους τυραννοκτόνους νικητές του, εφόσον ευαγγελίζονται μια πιο δίκαιη ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία που σέβεται τους νεκρούς, που δεν σέρνει τα πτώματα στη σκόνη και στα σκυλιά.
Νομίζαμε ότι η εικόνα του τρομαγμένου ζώου Σαντάμ Χουσεΐν, συλληφθέντος σε λαγούμι, με ρυπαρή γενειάδα, καταδικασθέντος και απαγχονισθέντος εν τάχει, ήταν μια εικόνα ήδη βαριά για τον νεωτερικό άνθρωπο. Σφάλαμε. Η εικόνα του διαμελιζόμενου Καντάφι μάς υπενθυμίζει πικρά ότι η νεωτερικότητα δεν έχει τέλος...

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Ρατσισμός - Περί ομοιογένειας

Αποψη: Περί ομοιογένειας (από την καθημερινή)
Του John Hutchinson*
Τι εννοούμε με τον όρο εθνική ταυτότητα; Υποδηλώνει άραγε την πίστη και την υπακοή στο σύνταγμα και τους νόμους μιας χώρας; Ή μήπως εξαρτάται από τη βιολογική καταγωγή και την αγάπη για τη γη και τα έθιμα των προγόνων; Οι ίδιοι οι εθνικιστές ουδέποτε συμφώνησαν ως προς το περιεχόμενο του όρου. Για ορισμένους, έθνος είναι μία εθελοντική σύμπραξη ελευθέρων ατόμων, τα οποία συναινούν να ζήσουν μαζί ως πολιτική κοινότητα. Για άλλους, το έθνος είναι σαν μία οικογένεια της οποίας παιδί είναι ο πολίτης και -ως εκ τούτου- οφείλει να τη σέβεται, όπως σέβεται τους γονείς του. Για τους θιασώτες αυτής της άποψης, η αλλαγή ιθαγένειας είναι τυπικά δυνατή, αλλά ουσιαστικά αδύνατη. Με άλλα λόγια, οι θεωρήσεις του έθνους χωρίζονται σε πολιτικές και οργανικές. Η αλήθεια είναι όμως ότι όλα τα έθνη συνδυάζουν και τις δύο. Στο (πολιτικό) έθνος της Γαλλίας, π.χ., δεν έλειψαν ποτέ οι ρατσιστικές πολιτικές δυνάμεις, όπως το Εθνικό Μέτωπο του Λε Πεν. Οι πληθυσμοί της Γερμανίας από την άλλη ταλαντεύτηκαν κατά καιρούς μεταξύ συνταγματικού πατριωτισμού και προσήλωσης στο δίκαιο του volk.
Παρόλα αυτά, η έννοια της εθνικής ταυτότητας διαφέρει μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στους κανόνες περί απονομής ιθαγένειας. Η Γαλλία έχει επιλέξει την πολιτική της αφομοίωσης των εθνοτικών μειονοτήτων. Παρέχει εύκολα ιθαγένεια σε μετανάστες, πιστεύοντας ότι εκείνοι θα περιορίσουν τις παραδόσεις της ιδιαίτερης πατρίδας τους στον ιδιωτικό βίο και θα υιοθετήσουν τους κανόνες του κοσμικού γαλλικού κράτους στη δημόσια ζωή τους. Μέχρι το 2000, η πολιτική της Γερμανίας ήταν ακριβώς αντίθετη. Οι μειονότητες έπρεπε να παραμένουν επί μακρόν στη χώρα για τους χορηγηθεί ιθαγένεια, η οποία απαιτούσε μάλιστα και εξετάσεις στη γερμανική γλώσσα και τον πολιτισμό.
Η μαζική μετανάστευση στην Ευρώπη όμως κατέστησε και τις δύο παραπάνω στάσεις προβληματικές. Οι πρόσφατες ταραχές στη Γαλλία απέδειξαν ότι η αφομοίωση όχι μόνο δεν είναι εύκολη για τους μετανάστες, αλλά και πως τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται σε όσους την επιλέξουν είναι πολύ λιγότερα από εκείνα που υποσχόταν το γαλλικό κράτος. Στη Γερμανία αντιθέτως, η γκετοποίηση των Τούρκων μεταναστών δημιουργεί σοβαρά προβλήματα κοινωνικής συνοχής. Μπροστά στο αδιέξοδο της ενσωμάτωσης των μειονοτικών κοινοτήτων, πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν το ενδεχόμενο να υιοθετήσουν το πολυπολιτισμικό μοντέλο του Καναδά, της Αυστραλίας και των ΗΠΑ. Πρόκειται βέβαια για τρεις χώρες εποίκων. Η πίεση που τους ασκήθηκε από τα μεταναστευτικά ρεύματα του 20ου αιώνα όμως τις εξανάγκασε να μεταβληθούν σε χώρες μεταναστών, οι οποίες αναγνωρίζουν και τιμούν τις παραδόσεις που φέρνει η κάθε κοινότητα που τις απαρτίζει από την ιδιαίτερη πατρίδα της.
Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν ο κοσμοπολιτισμός θα αποδειχθεί εφαρμόσιμος στην Ευρώπη, της οποίας τα έθνη υποστηρίζουν ότι η γη των προπατόρων τους ανήκει. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται να θεωρούν ότι οι μετανάστες οφείλουν να προσαρμοστούν στις συνήθειες της χώρας όπου μετακινούνται. Αξίζει να θυμηθεί κανείς το αμφιλεγόμενο «τεστ κρίκετ», που είχε επινοήσει ο συντηρητικός Βρετανός πολιτικός Νόρμαν Τέμπιτ. Σύμφωνα με αυτό το τεστ, όσοι μετανάστες υποστήριζαν τα κράτη από τα οποία προέρχονταν σε αγώνες κρίκετ εναντίον της Αγγλίας, δεν άξιζαν την απόδοση ιθαγένειας. Επίσης, η πολυπολιτισμική προσέγγιση στη μετανάστευση δέχεται πυρά πλέον τόσο στην Αυστραλία, όσο και στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Ενα όλο και αυξανόμενο τμήμα της αμερικανικής κοινής γνώμης πιστεύει ότι η προστασία της κουλτούρας της πλειοψηφίας είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης.
Ποιο είναι, λοιπόν, το συμπέρασμα απ’ όλα αυτά; Οτι η ιστορία κάθε έθνους καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη στάση του απέναντι στη μετανάστευση και την ταυτότητα. Η Ελλάδα, που, όπως και η Ιρλανδία, έχει παράδοση εθνοτικής και θρησκευτικής ομοιογένειας, είναι αναμενόμενο να κλίνει προς μία οργανική θεώρηση του έθνους. Εντούτοις, οι πληθυσμοί κάθε χώρας πάντοτε ταλαντεύονται και μεταβάλλουν τις απόψεις τους, ανάλογα με τις συνθήκες που συναντούν. Ετσι η εθνική ταυτότητα παραμένει ζήτημα υπό αέναη διαπραγμάτευση.
* O John Hutchinson είναι αν. καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο LSE.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Ρατσισμός

Ο αστικός μετασχηματισμός της Αθήνας και η παρακμή του ιστορικού κέντρου

Η υποβάθμιση και συνακόλουθη παρακμή συγκεκριμένων οικιστικών ζωνών εντός ενός αστικού κέντρου αποτελεί συχνά μια αναπόφευκτη εξέλιξη και μια διαδικασία σχεδόν φυσική κατά τη μεταλλαγή των επιμέρους λειτουργιών της πόλης και της κοινωνικής κινητικότητας των κατοίκων, δύο διεργασιών, οι οποίες με τον τρόπο τους επαναπροσδιορίζουν τις χωρικές αναφορές και νοηματοδοτήσεις στο εσωτερικό ενός αστικού κέντρου. Στην περίπτωση της Αθήνας, ωστόσο, παρατηρείται μια αρνητική ιδιοτυπία, καθώς οι ζώνες αυτές, στις οποίες παρατηρείται η παρακμή, ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με το ίδιο το ιστορικό κέντρο. Το κέντρο των Αθηνών, δηλαδή, αποτελεί μια περιοχή, η οποία, αντί να αποτελεί μια δυναμική εστία κινητικότητας ανθρώπων και υπηρεσιών, ένα ιστορικό-επιχειρηματικό κέντρο, έχει εκπέσει σε ζώνη μειωμένης οικονομικής απόδοσης και οικιστικής υποβάθμισης, η οποία σε κάθε περίπτωση αδυνατεί να παρακολουθήσει τον απαιτούμενο ρυθμό της οικονομικής και οικιστικής ανάπτυξης.
Η Αθήνα, πράγματι, είναι από τις ελάχιστες πρωτεύουσες στην Ευρώπη, οι οποίες βιώνουν σταθερά τα τελευταία έτη την παρακμή -οικονομική, πολιτισμική, ακόμη και δημογραφική- του ιστορικού τους κέντρου. Η οικιστική απομάκρυνση των κατοίκων λόγω της έντονης ανασφάλειας και της αυξημένης εγκληματικότητας, η οποία επικρατεί στο ιστορικό κέντρο, η παρεμπόδιση των αστικών συγκοινωνιών από συχνές απεργιακές κινητοποιήσεις, η δημιουργία πρωτογενών εθνοτικών περιχαρακώσεων σε σημεία του ιστορικού κέντρου, όπου, μάλιστα, αναπαράγεται ένα πρότυπο παραοικονομίας και διαφυγόντων για το κράτος οικονομικών κερδών, αποτελούν παράγοντες, οι οποίοι συμβάλλουν στην περαιτέρω υποβάθμιση του Κέντρου.
Η κινητικότητα των ατόμων και των επιμέρους λειτουργιών εντός του αστικού χώρου προκαλεί τη σχετική παρακμή ορισμένων αστικών ζωνών, καθώς μεταβάλλεται η χρηστική λειτουργία τους και η εισροή ατόμων και οικονομικών προσόδων, στοιχεία, τα οποία συντελούν στην περαιτέρω αναβάθμιση των περιοχών αυτών. Η παρακμή συγκεκριμένων αστικών ζωνών συνδέεται με την ύπαρξη διαφορετικών ρυθμών αστικού μετασχηματισμού και κατά συνέπεια με τη διαφοροποίηση στην οικονομική ανάπτυξη μεταξύ των περιοχών της πόλης.
Η Αθήνα φαίνεται να διαθέτει περιοχές, οι οποίες λόγω της σχετικής υποβάθμισής τους καταλήγουν να θυμίζουν άμορφες ζώνες. Οι ζώνες αυτές δεν απαντούν, ωστόσο, στην περιφέρεια της Αθήνας, όπως συμβαίνει σε άλλα αστικά κέντρα, τα οποία βρίσκονται σε μια μεταβατική φάση αστικού μετασχηματισμού, αλλά στο ίδιο το εσωτερικό της και μάλιστα στο ιστορικό της κέντρο. Κατά συνέπεια στην περίπτωση της Αθήνας η αναγκαιότητα του επανασχεδιασμού και της οικιστικής και ευρύτερης χωροταξικής ανάπλασης αφορά το ίδιο το ιστορικό κέντρο, στοιχείο που εντείνει τον επιτακτικό χαρακτήρα του επανασχεδιασμού.
Ο επανασχεδιασμός αυτός οφείλει, πάντως, να μην είναι απλώς μεσοπρόθεσμης υφής, αλλά να ενσωματώνει την προοπτική της μακροπρόθεσμης αναβάθμισης του ιστορικού κέντρου και να συνυπολογίζει ενδεχόμενες μελλοντικές εντάσεις ανάμεσα στις λειτουργίες των τμημάτων του ιστορικού κέντρου. Η παροχή κινήτρων για την αποκατάσταση των κτισμάτων του κέντρου -όχι μόνον των ιστορικής αξίας, αλλά και οικονομικής, όπως ξενοδοχεία και διάφορες επιχειρήσεις- η επιδότηση ενοικίου σε νεαρά ζευγάρια, αλλά και σε επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούν έναν σημαντικό αριθμό εργαζομένων, αποτελούν απλώς μερικά από τα στοιχειώδη διοικητικού χαρακτήρα μέτρα, τα οποία θα συνέβαλαν στον επιτυχή μετασχηματισμό του κέντρου των Αθηνών.
Του Ιωαννη Κωτουλα

Τρομοκρατία

11/9. Δέκα χρόνια αργότερα

Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 επηρέασε την πορεία των ΗΠΑ πέρα από κάθε φαντασίωση των τρομοκρατών που έριξαν τα αεροπλάνα με τους επιβάτες τους πάνω στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης και το Πεντάγωνο της Ουάσιγκτον. Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές ήταν υψηλό από τα τρία πλήγματα, όμως ο αντίκτυπος στην αμερικανική κοινή γνώμη ξεπέρασε κατά πολύ το μέγεθος της πραγματικής ζημιάς από την τρομοκρατική ενέργεια.
Επί δύο τετραετίες το γεγονός έγινε αντικείμενο συστηματικής εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση Μπους και τον επιτελικό επί της προπαγάνδας, Karl Rove, ώστε να εξασφαλιστεί η επανεκλογή ενός από τους πλέον ανίκανους προέδρους της χώρας αυτής. O Μπους κατάφερε σε μικρό διάστημα να εμπλέξει τις ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με τους παραπλανητικούς ισχυρισμούς και των νεοσυντηρητικών συμμάχων του και να υπονομεύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας του με τον διαβόητο «Νόμο των Πατριωτών» και τη δημιουργία φυλακών εκτός αμερικανικής νομοθεσίας στο Γκουαντάναμο της Κούβας. Αφησε φεύγοντας το μεγαλύτερο έλλειμμα στην Ιστορία των ΗΠΑ, ενώ είχε παραλάβει από τον προκάτοχο του, Μπιλ Κλίντον, πλεόνασμα στον προϋπολογισμό.
Το πλήγμα της 11/9 εξέτρεψε την προσοχή των Αμερικανών από τα δομικά και μακροχρόνια προβλήματα της χώρας τους, ώστε να βρεθούν απροετοίμαστοι όταν η οικονομική κρίση εκδηλώθηκε επτά χρόνια αργότερα.
Το τρομοκρατικό γεγονός που έφερε για πρώτη φορά από το 1812 τον εχθρό μέσα στην αμερικανική επικράτεια, προκάλεσε στην κοινωνία των ΗΠΑ μια αντίληψη κοινότητας που οι πολίτες της δεν είχαν γνωρίσει από τα χρόνια των μεγάλων πολέμων. Στο ερώτημα «γιατί μας χτυπούν;», η απάντηση της κυβέρνησης Μπους ήταν «γιατί μισούν την αρετή και τη δημοκρατία μας». Από τη βεβαιότητα αυτής της ηθικής υπεροχής αναπτύχθηκε σταδιακά η νέα εκδοχή του εγχώριου λαϊκισμού των «πάρτι του τσαγιού». Πρόκειται ίσως για την πιο προβληματική εκτροπή από την κοινή λογική που γνώρισαν οι Αμερικανοί από την εποχή του μακαρθισμού. Ο λαϊκισμός αυτός εμπνέεται από την παραδοσιακή εμπιστοσύνη στην αυθεντία του μέσου ανθρώπου, ο οποίος θεωρεί τη γνώση περιττή ενώπιον της θείας επιφοιτήσεως. Ο μεγάλος κίνδυνος, κατά τους οπαδούς των «πάρτι του τσαγιού», προέρχεται από το απειλητικό για τις ελευθερίες των Αμερικανών κεντρικό κράτος στην Ουάσιγκτον.
Ο φρόνιμος μεταπολεμικός χειρισμός των νικητών και των ηττημένων της Ευρώπης από τις αμερικανικές κυβερνήσεις, διέψευσε τη σκοτεινή προφητεία του Γερμανού οραματιστή Οσβαλντ Σπέγκλερ ότι ο δυτικός κόσμος βρισκόταν σε πλήρη παρακμή από το 1920. Από την άλλη μεριά η απειλή του ανατολικού συνασπισμού ένωσε τις χώρες της δυτικής Ευρώπης υπό την οικονομική και στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ και οι δυτικοί λαοί γνώρισαν την πιο παρατεταμένη περίοδο ειρήνης και ευημερίας στην Ιστορία τους.
Ομως οι χρυσές εποχές στην Ιστορία δεν διαρκούν αιώνια και αλίμονο σε όσους δεν προετοιμάζονται για την περίοδο των ισχνών αγελάδων. Καθώς το υψηλό επίπεδο της ζωής των Δυτικών ανθρώπων ανέβαζε το κόστος των προϊόντων και των υπηρεσιών τους, οι δυτικές επιχειρήσεις αναζητούσαν συμπίεση του κόστους στον τρίτο κόσμο της Ασίας. Το αποτέλεσμα ήταν η διαρκής έξοδος κεφαλαίων από τον πρώτο στον τρίτο κόσμο.
Οταν κατέρρευσε το σύστημα του μαρξισμού - λενινισμού ο δυτικός τρόπος παραγωγής γνώρισε τον ειρηνικό του θρίαμβο και η Ιστορία, κατά τον Αμερικανό φιλόσοφο Φουκουγιάμα, έφτασε επιτέλους στην τελείωσή της μέσα από την κατίσχυση του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Ομως η απουσία του κοινού εχθρού προκάλεσε και τις πρώτες ρήξεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ε.Ε.
Από το τέλος κιόλας του υπαρκτού σοσιαλισμού ο καθηγητής του Harvard, Samuel Huntington, είχε βγει σε αναζήτηση νέων αντιπάλων που θα συσπείρωναν τον δυτικό κόσμο και θα επιβεβαίωναν την παγκόσμια αποστολή των ΗΠΑ. Πίστεψε ότι τους βρήκε στην περίφημη «Σύγκρουση των Πολιτισμών». Ετσι το ολοκληρωτικό Ισλάμ φάνηκε προς στιγμήν ότι θα γινόταν ο αντικαταστάτης της κομμουνιστικής απειλής. Ομως η κατασκευή αυτού του αντιπάλου μέσα από ένα αδύναμο τριτοκοσμικό περιβάλλον, δεν αποδείχθηκε αξιόπιστο εγχείρημα.
Αντίθετα, η πεποίθηση του μέσου Αμερικανού στις μαγικές δυνάμεις της αγοράς, παρά τις αποτυχίες της ρεπουμπλικανικής οκταετίας, αποτελούν κατά τον αποβιώσαντα ιστορικό Toni Judt μια νέα «διανοητική υποδούλωση». Η βαθύτατη πεποίθηση των λαϊκών Αμερικανών των κεντρικών και νότιων Πολιτειών της βόρειας Αμερικής ότι η χώρα τους αποτελεί την μοναδική εγγύηση για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία στον κόσμο, οφείλει χάριτες στους τρομοκράτες της 11/9 του 2001.
Του Θανου Βερεμη

Παιδεία -εκπαίδευση

Αντικοινωνικές μειοψηφίες

Η δήλωση του εκλεκτού νεοελληνιστή Αλέξη Πολίτη, που κοινοποίησε την Πέμπτη στους αναγνώστες της «Καθημερινής» ο Στέφανος Κασιμάτης, θέτει ένα μεγάλο θέμα που αξίζει, πιστεύω, περισσότερη συζήτηση.
Ο κ. Πολίτης απευθύνεται προς «όλα τα μέλη του Τμήματος Φιλολογίας (του Πανεπιστημίου Κρήτης), διδάσκοντες, φοιτητές, διοικητικούς», αλλά αποδέκτες αξίζει να γίνουμε, νομίζω, όλοι. Το περιστατικό που καταγγέλλει είναι το εξής: στις 7 Σεπτεμβρίου, ενώ πήγαινε στο πανεπιστήμιο με σκοπό να εξετάσει για ένα μάθημά του, τον σταμάτησαν κάποιοι φοιτητές και τον ρώτησαν ποιος είναι και πού πάει, πληροφορώντας τον ότι, σύμφωνα με απόφασή τους, δεν θα γίνουν οι προγραμματισμένες για εκείνη τη μέρα εξετάσεις. Ο καθηγητής, σωστά, αρνήθηκε να διαπραγματευθεί με παντελώς αναρμοδίους την είσοδό του στο πανεπιστήμιο. Μα σαν να μην του έφτανε, του ανθρώπου, τέτοια δόση τραμπουκισμού, του τηλεφώνησε σε λίγο μια φοιτήτρια, να του πει ότι θα «του επιτρέψουν να εξετάσει μόνο όσους φοιτητές είναι επί πτυχίω». Ο κ. Πολίτης, δίκαια οργισμένος, είπε στην (εκτός των άλλων χαρακτηριστικών της) ανάγωγη νεαρή ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να αποφασίζει ποιος θα δώσει εξετάσει και ποιος όχι.
Ενα τέτοιο περιστατικό, αλίμονο, δεν είναι είδηση στη σημερινή Ελλάδα. Το να δίνουν οι φοιτητοπατέρες διαταγές στους καθηγητές τους, και να αποφασίζουν αν θα δώσουν οι συνάδελφοί τους εξετάσεις, είναι δυστυχώς ο κανόνας, και όχι η εξαίρεση, στα εξαθλιωμένα πανεπιστήμιά μας, όπως άλλωστε τόσα παρόμοια στον τόπο μας: να αποφασίζουν οι ταξιτζήδες αν θα πάμε στο αεροδρόμιο, οι τρακτερατζήδες αν θα πάμε εκδρομή, οι συμβασιούχοι αν θα κάνουμε ιατρικές εξετάσεις, κ.λπ. Είδηση είναι η στάση του καθηγητή, η άρνηση να αποδεχθεί την αντικοινωνική παρέμβαση με το συνηθισμένο, κουρασμένο νεοελληνικό «ε, τι να κάνουμε, αυτά είναι τα χάλια μας», καθώς και η πράξη του να την καταγγείλει.
Στο βιβλίο του «Ρομαντικά Χρόνια, Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880» (εκδόσεις Μνήμων), ο Αλέξης Πολίτης αναλύει, μεταξύ άλλων, μια αποκαλυπτική όψη της ελληνικής κοινωνίας στον δέκατο ένατο αιώνα, έναν αιώνα που, όπως λέει, «είναι ο πατέρας μας». Συγκεκριμένα, διαπιστώνει ότι στο νεαρό ελληνικό κράτος βρίσκουμε δραστηριότητα σε δύο επίπεδα, το πολύ μεγάλο, το εθνικό, και το πολύ μικρό, το ιδιωτικό. Λείπει το μέσο.
Οπως γράφει: «Δε συναντάμε “μερικά” συμφέροντα, “μερικές” απόψεις, δηλαδή ομάδες που να εκφράζουν ένα μέρος της κοινωνίας». Και αυτό, επισημαίνει ορθά, είναι καίριο πρόβλημα, που εμποδίζει τη νεαρή μας κοινωνία να προχωρήσει δημιουργικά, να λύσει τα προβλήματά της. Ισως όμως, σκέφτομαι εγώ, η πρώιμη αυτή υστέρηση να κρύβει και το κλειδί σε παθολογίες της λειτουργίας κάποιων οργανωμένων “μερικών” απόψεων, όταν εμφανίστηκαν, αργότερα, ιδεολογικών συνδέσμων, σωματείων ή συνδικάτων. Γιατί τέτοιες μερικότητες σίγουρα έπαιξαν μεγάλο ρόλο στον εικοστό αιώνα -κι όχι πάντα για καλό- με προεξάρχουσες δύο που επηρέασαν καθοριστικά την Ιστορία μας: τις στρατιωτικές οργανώσεις και το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Κι ίσως το πρόβλημα της σωστής λειτουργίας της «μερικότητας» πάει ώς σήμερα, σε μια μεταδικτατορική Ελλάδα που είναι με κάποια έννοια «η κοινωνία των οργανωμένων μειοψηφιών», με κυρίαρχες ανάμεσά τους τα πολιτικά κόμματα, όχι τόσο γιατί είναι τα ίδια οργανωμένες μειοψηφίες -αυτό είναι στη φύση τους, στο κάτω κάτω- αλλά γιατί άγονται και φέρονται από μικρότερες μειοψηφίες, συντεχνιακές ή τοπικές, που πλέον τα καθοδηγούν.
Οι συχνά αδιαπραγμάτευτα ιδιοτελείς, κοινωνικά ναρκισσιστικές, οργανωμένες μειοψηφίες, διαδραματίζουν ολέθριο ρόλο στη ζωή μας. Ο συνδυασμός της ανηλεούς δράσης τους με την απουσία του υγιούς αντισταθμίσματος, δηλαδή θετικών πολιτικών οραμάτων, υποστηριγμένων με την πράξη, λειτουργικού κράτους και εύρυθμων θεσμών, είναι ο χημικός τύπος της κρίσης που πλήττει τώρα τον τόπο, οδηγώντας μας με ξέφρενο ρυθμό, και ελαχιστότατες πια πιθανότητες αποτροπής, στην καταστροφή.
Ομως υπάρχουν και τα καλά νέα. Στον αδιάκοπο πόλεμο των οργανωμένων μειοψηφιών που αποφασίζουν πριν από μας, για μας, όπως αυτών όπου ανήκουν οι φοιτητοπατέρες που «κάνουν πόρτα» στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ορίζοντας ποιος θα δώσει εξετάσεις, και ποιος όχι, η αντίδραση του κ. Πολίτη, μικρή και ξεκάθαρη, μας δείχνει το μόνο αντίδοτο.
Με την απλή, αλλά δημόσια καταγγελία του αίσχους, ο καθηγητής διασώζει την τιμή αμέτρητων συναδέλφων του που έχουν πέσει τόσα χρόνια σε κατάσταση κατατονικής αποχαύνωσης, και δίνει το άλλο παράδειγμα που χρειάζεται η πανεπιστημιακή κοινότητα, το καλό αντι-παράδειγμα στις ελεεινότητες κάποιων πρυτάνεων και στην απραξία των πολλών, διδασκόντων, φοιτητών και διοικητικών (αλλά και γονέων, και φορολογουμένων, που πληρώνουμε για τα μαύρα χάλια αυτής της Παιδείας), που τόσα χρόνια παρατηρούμε βουβοί την καταστροφή των πανεπιστημίων από μερικούς ασυνείδητους καθηγητές, που ενεργούν με μόνο οδηγό προσωπικά, παρεΐστικα και κομματικά συμφέροντα, και κάποιους θρασείς νεοσσούς κομματάρχες, που αρχίζουν την καριέρα τους στη δημόσια ζωή στο φυσικό πλέον φυτώριο της σάπιας πολιτικής μας τάξης, τις πανάθλιες φοιτητικές νεολαίες.
Σε κάθε τομέα της κοινής μας ζωής, ας μιμηθούμε το καλό παράδειγμα του Αλέξη Πολίτη: να καταγγέλλουμε κάθε πράξη αντικοινωνικής βίας, της κάθε αντιδημοκρατικής μειοψηφίας. Ετσι κάνουν οι καλοί πολίτες.
Tου Απόστολου Δοξιάδη

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ Το ανακουφιστικό τίποτε

Δεν πρόκειται για κάτι πρωτόγνωρο. Ολοι μας το έχουμε δει λίγες ή πολλές φορές, αποκλείεται έστω και ένας να μην το έχει προσέξει για μία μόνο φορά. Ο ταλαιπωρημένος άντρας, με τα πολλά γένια και τα βαριά ρούχα, μέσα στο κατακαλόκαιρο, σε βαθμό που δεν μπορούσες να διακρίνεις αν ήταν αλλοδαπός ή ιθαγενής, ανέσυρε από το δοχείο απορριμμάτων, γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Σόλωνος, ένα πλαστικό μπουκαλάκι νερού. Φαινόταν άδειο, ακόμη και αν ήσουνα κοντά, όποιος όμως πρόσεχε λίγο καλύτερα, θα παρατηρούσε πως στο βάθος του είχαν απομείνει δυο δάχτυλα νερό. Για κάποιον που το λιγοστό, το ελάχιστο αυτό νερό ήταν αχρείαστο, για κάποιον άλλο άρκεσε όχι μόνο να βρέξει λίγο το στόμα του αλλά να δροσίσει και το πρόσωπό του.
Μένεις άναυδος όχι τόσο με την τρομερή καθαυτό πράξη να ψάχνει κανείς στα σκουπίδια, αλλά με το να μοιράζει το σχεδόν «τίποτε» που βρήκε ώστε να καλύψει δυο ταυτόχρονα ανάγκες του. Και αν θα ήταν δύσκολο να κατανοήσεις την κατάσταση του ταλαιπωρημένου αυτού άντρα, που τον έκανε τόσο ακριβοδίκαιο στη μοιρασιά του ελάχιστου νερού, δεν έχουμε παρά να μεταφέρουμε στο αισθηματικό και στο ηθικό επίπεδο την κίνησή του αυτή, για να αντιληφθούμε πόσο εφευρετικοί γινόμαστε όλοι μας, όταν ταλαιπωρούμαστε, προκειμένου να ανακουφιστούμε.
Το θέμα όμως παραμένει άλλο. Με δυο δάχτυλα νερό ένας άνθρωπος ανακουφίστηκε έστω στιγμιαία, προσωρινά. Ανακουφίστηκε χάρη σε έναν άγνωστό του, που δεν είχε υπολογίσει ότι η αμελητέα για εκείνον κίνηση να πετάξει το μπουκαλάκι με το ελάχιστο νερό, θα είχε για έναν επίσης άγνωστό του ευεργετικά αποτελέσματα. Αλλωστε, αν είχε υπολογίσει ότι το νερό αυτό κάποιος θα το χρειαζόταν, δεν θα το είχε πετάξει στα σκουπίδια, θα το είχε αφήσει εκτεθειμένο να φαίνεται. Δεν θα σκεφτούμε και δεν θα επιμείνουμε στο τρομερό ότι εν αγνοία μας μπορεί να αποδειχθούμε πολύ περισσότερο φιλάνθρωποι απ' ό,τι αν μας το ζητήσουν.
Θα αναρωτηθούμε όμως για κάτι πολύ απλό: τι είναι αυτό που εμποδίζει ώστε μια ερήμην φιλανθρωπία να μετατραπεί σε συνειδητή χωρίς να πάψει να υφίσταται; Να οργανωθεί δηλαδή με έναν τρόπο ώστε χωρίς να στερηθεί ο σταρ ή ο ζάπλουτος το τάνκερ που μεταφέρει θαλασσινό νερό για την πισίνα του, να μη χρειάζεται ένας άλλος να ψάξει στα σκουπίδια για να ξεδιψάσει. Τι μεσολαβεί ώστε το περισσευούμενο, αυτό που έτσι ή αλλιώς θα πεταχτεί, χωρίς διαδικασίες, σαν από ένα θαύμα, που στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια στοιχειώδης βούληση, να μπορεί να συγκεντρωθεί και αυτόματα να προσφερθεί.
Ποιος μηχανισμός, ποιο σύστημα, έχει διαμορφώσει έτσι τα πράγματα ώστε όσο φυσικό μας φαίνεται πρακτικά (το ηθικό στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μετράει) κάποιος να διαθέτει τόνους νερό για απόλαυση, αν και με πολύ λιγότερους θα ήταν το ίδιο ευχαριστημένος, ενώ ένας άλλος να πρέπει να ψάξει στα σκουπίδια για να ξεδιψάσει. Σε συνδυασμό με ακόμη κάτι χειρότερο, χωρίς να έχει υπάρξει πρόθεση κανενός να τον ανακουφίσει.
Αλλά πώς είναι δυνατόν να είναι διαφορετικά τα πράγματα μέσα στον κόσμο και να μην έχουν παγιωθεί σε καθεστώς η αδικία και η στέρηση, αφού εμείς οι ίδιοι που καταγγέλλουμε το περιστατικό φαινόμαστε τόσο επιπόλαιοι. Χρησιμοποιούμε τη λέξη «ευχαριστημένος» για κάποιον που ξοδεύει τόνους νερό και για τον άλλο που ξεδιψάει με δυο δάχτυλα νερό, που τυχαία ανακάλυψε, χρησιμοποιούμε το ρήμα «ανακουφίζεται».
 
Ο Θανάσης Θ. Νιάρχος είναι ποιητής, συνεκδότης του περιοδικού «Η Λέξη»

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Στον παλμό των αδύναμων

Από την Μ. Θεοδοσοπούλου

Μαρία Γαβαλά
Από γυαλί
εκδόσεις Κέδρος, σ. 170, ευρώ 12
Η Μαρία Γαβαλά συνεχίζει να εκπλήσσει, καθώς περνάει από τη μια καλλιτεχνική έκφραση στην άλλη. Ως σεναριογράφος και σκηνοθέτις, δοκιμάζεται, κοντά μία δεκαπενταετία, σε ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές σειρές, μικρού μήκους ταινίες και τρεις μεγάλου μήκους. Παρά τις βραβεύσεις και την καλή υποδοχή από κριτική και κοινό, εγκαταλείπει τον χώρο του κινηματογράφου και ύστερα από ένα διάστημα σιωπής, μεταπηδά στη λογοτεχνία. Εμφανίζεται ως μυθιστοριογράφος, με σταθερό ρυθμό έκδοσης, κάθε δυο-τρία χρόνια, πολιορκώντας παραπλήσιους με τις ταινίες της θεματικούς πυρήνες. Στο στόχαστρο βρίσκονται οι ανθρώπινες σχέσεις, προπαντός οι ερωτικές, έτσι όπως ανθούν, προσαρμόζονται και φθείρονται. Ο απολογισμός είναι έξι μυθιστορήματα εντός μίας δεκαπενταετίας. Ως έναν βαθμό, ομότροπα μεταξύ τους, με το τελευταίο, Τα κορίτσια της πλατείας, να παίρνει τη μορφή παρωδίας αστυνομικού, το οποίο εκτυλίσσεται στην Αθήνα τις παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων. Εδώ, ιδιόρρυθμοι τύποι τρέχουν γύρω από ερωτευμένα κορίτσια, με σκηνικό χώρο μια πλατεία στην καρδιά της πόλης, όπου συμβαίνουν τα πιο απίθανα περιστατικά. Ως μυθιστορηματική σύνθεση δίνει την εντύπωση ότι είναι έτοιμη να γυριστεί σε ταινία. Αντ' αυτής, ακολουθεί ένα πεντάχρονο διάλειμμα.
Εφέτος, η Γαβαλά επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων, για την οποία δεν μας προϊδέαζε η μέχρι σήμερα συγγραφική της πορεία. Στις καινούριες ιστορίες ο έρωτας, σε όλες του τις εκφάνσεις, απουσιάζει, όπως λείπουν και τα ζεύγη γυναικών που πρωταγωνιστούν στις ταινίες και τα μυθιστορήματά της. Η συγγραφέας φαίνεται να μη θηρεύει πλέον το εξαιρετικό. Ούτε ιδιόρρυθμους τύπους πλάθει ούτε παράξενα περιστατικά σκηνοθετεί. Πιστεύουμε ότι αυτό συνιστά μια πρώτη ένδειξη μεγαλύτερης ωριμότητας. Το στίγμα του καινούριου βιβλίου το δίνει η ίδια σε ένα από τα διηγήματα. Εννέα συνολικά τα διηγήματα της συλλογής, στα τρία η αφηγήτρια εμφανίζεται ως συγγραφέας. Σε ένα από αυτά, εμπλέκει τον εκδότη της, δίνοντας μία από τις λιγοστές μυθοπλαστικές εκδοχές γύρω από τις σχέσεις συγγραφέα-εκδότη, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Η ηρωίδα του διηγήματος υποβάλλει στον εκδότη της, για δεύτερη φορά, μια συλλογή ιστοριών και εκείνος, για δεύτερη φορά, τις απορρίπτει. Κι αυτό, παρ' ότι εκείνη πειθάρχησε, όπως αφήνει να εννοηθεί, στις υποδείξεις του και επέφερε αλλαγές -διορθώσεις τις αποκαλεί- στις ιστορίες της. Πρόκειται, προφανώς, για έναν εκδότη, από εκείνους τους λιγοστούς, που δεν περιορίζονται στην εμπορική πλευρά, αλλά, επιπλέον, έχουν άποψη και περί λογοτεχνίας. Γι' αυτό και επιμένει ότι το βιβλίο της δεν είναι καλό. Προβλέπει, μάλιστα, μετά βεβαιότητας, ότι και οι λοιποί εκδότες θα το απορρίψουν. Σύμφωνα με την αφήγηση, η εν λόγω συγγραφέας δεν στενοχωριέται απλώς, αλλά βιώνει την απόρριψη ως τραύμα. Παρηγοριέται, ωστόσο, διαβάζοντας ότι και ο Τζόυς είχε γνωρίσει την απόρριψη αλλά επέμεινε. Οταν, πάντως, της ζητούν να περιγράψει το απορριφθέν βιβλίο, εξηγεί ότι είναι «ιστορίες σε συνέχειες, στενά δεμένες μεταξύ τους, χωρίς τέλος». Μπορούμε να εικάσουμε ότι ο εκδότης θα επέμεινε οι ιστορίες να είναι «στενά δεμένες μεταξύ του», μήπως και μπορέσει να το προωθήσει, τουλάχιστον ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αφού το μυθιστόρημα είναι το μοναδικό είδος για το οποίο υπάρχει ακόμη ζήτηση.
Το εν λόγω διήγημα, σε αντιδιαστολή με τα άλλα της συλλογής, διατηρεί έναν ανάλαφρο τόνο αυτοσαρκασμού, καθώς η περιγραφή του βιβλίου της ηρωίδας παραπέμπει πλαγίως στο βιβλίο της ίδιας της Γαβαλά. Μπορεί οι δικές της ιστορίες να μη συνδέονται στενά μεταξύ τους, παρά μόνο χαλαρά, κι αυτό, χάρη στον τόπο που διαδραματίζονται -σύνδεση που, πιθανώς, να προέκυψε κατά τις διορθώσεις, ώστε να δοθεί ο χαρακτήρας του σπονδυλωτού-, ωστόσο πρόκειται, σίγουρα, για ιστορίες χωρίς τέλος. Ακριβέστερα, πρόκειται για ιστορίες χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Πιο συγκεκριμένα, εκκινούν από ένα αυθαίρετο σημείο της ζωής του κεντρικού ήρωα, τον παρακολουθούν για λίγο, χωρίς τις συνήθεις αναδρομές στο παρελθόν του, και τον εγκαταλείπουν, παρ' όλο που δεν έχει δοθεί κάποια οριστική έκβαση σε όσα συμβαίνουν. Σαν ένας αόρατος σκηνοθέτης να είπε CUT, αφήνοντας μετέωρες διαφορετικές εκδοχές.
Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής, η αφηγήτρια, και πάλι μια συγγραφέας -που εδώ παρουσιάζεται ως συνεργάτρια περιοδικού, αφήνοντας αδιευκρίνιστο το είδος του κειμένου που προσπαθεί να γράψει- ύστερα από σειρά αντίξοων περιστατικών, που ανέτρεψαν το ημερήσιο πρόγραμμα εργασίας της, κάνει έναν απολογισμό όσων επωφελών και επιζήμιων της συνέβησαν, καταλήγοντας ότι υπήρξε «ισοστάθμιση θετικών και αρνητικών». Αυτή η «αρμονία», σύμφωνα και με τον τίτλο του διηγήματος, είναι η εντύπωση που δημιουργούν όλες οι ιστορίες του βιβλίου. Παρ' ότι περιγράφονται αδιέξοδες ή και στενόχωρες καταστάσεις, μένει πάντοτε περιθώριο στους ήρωες για αντίσταση, διαγράφοντας μια αισιόδοξη προοπτική.
Ενα κοινό χαρακτηριστικό των διηγημάτων με τα μυθιστορήματα της Γαβαλά είναι η γυναικεία οπτική. Αλλάζουν, ωστόσο, οι ηλικίες των κεντρικών προσώπων. Στις καινούριες ιστορίες παρουσιάζονται τα άκρα του ηλικιακού φάσματος: νέα κορίτσια και ηλικιωμένες. Αντίστοιχα, αλλάζουν οι σχέσεις γύρω από τις οποίες πλέκονται οι ιστορίες, από ερωτικές γίνονται ενδοοικογενειακές. Ετσι όπως συμπαρατάσσονται οι ιστορίες των μεν και των δε, υποβάλλεται η αντιστοιχία ανάμεσα στις δύο ηλικίες. Από τη μια, τα ερωτικά σκιρτήματα, μετά βίας αναγνωρίσιμα, και από την άλλη, η ερωτική διέγερση, ως μη αναμενόμενη έκπληξη. Και στις δύο φάσεις, η σχέση με το άλλο φύλο διαγράφεται ανταγωνιστική. Είτε εκφράζεται παραβγαίνοντας στα παιχνίδια είτε στη συζυγική συνύπαρξη. Οσο για τις επιθυμίες, τόσο των κοριτσιών όσο και των ηλικιωμένων, σκοντάφτουν στο ανίσχυρο της ηλικίας και την εξάρτηση από τους άλλους. Η προνομιούχος σχέση μητέρας-κόρης διαγράφει, από ιστορία σε ιστορία, ολόκληρο το φάσμα, μέχρι την τελική αλλαγή θέσεων, με τη μητέρα να τρέφεται με μπιμπερό. Στα πρόσφατα διηγήματα της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου σκιαγραφείται η ίδια μεταλλαγή, με τη γερόντισσα γαντζωμένη στις κόρες της. Γιατί, πάντοτε, πρόκειται για θηλυκά, καθώς τα αρσενικά εγκαταλείπουν νωρίς την οικογενειακή εστία. Η σχέση, ωστόσο, με τη μητέρα περιγράφεται και σε διηγήματα ανδρών συγγραφέων, όπως στα πρόσφατα του Τάσου Καλούτσα, που δίνει με εξαίρετη ενάργεια τη συναισθηματική εξάρτηση. Τη φροντίδα, όμως, την αναλαμβάνει έμμισθα μια ξένη, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται η αντιμετάθεση ρόλων, που τονίζει τη φθορά.
Οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες αποκαλύπτουν την ιδιομορφία των συζυγικών σχέσεων, την οποία συγκαλύπτει συνήθως η καθημερινή ρουτίνα, με αποτέλεσμα να μη γίνεται αντιληπτή. Τα υποκοριστικά -«βολτούλες», «κουβεντούλα»- που επιστρατεύονται ως τίτλοι, καθώς και το εισαγωγικό μέρος των διηγημάτων, προδιαθέτουν για διηγήσεις μάλλον ιλαρών περιστατικών. Η αφήγηση κωλυσιεργεί επιδέξια, μέχρι που ανατρέπει τις προσδοκίες. Στη μία, πίσω από τη φαινομενικά αρμονική συνύπαρξη, κρύβεται ένα καθυστερημένο παιδί. Το ζεύγος έχει βρει ένα modus vivendi, με κυψελίδες ευδαιμονίας, που λειτουργεί προστατευτικά. Στην άλλη, που εκτυλίσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη συζυγική κλίνη, το ζεύγος βιώνει την απώθηση, αλλά και την ανάγκη προσκόλλησης των γεροντικών σωμάτων. Ωστόσο, όλες αυτές οι καταστάσεις, κοριτσιών και ηλικιωμένων, ενέχουν την υποψία ότι μπορεί και να σχηματοποιούνται, καθώς περιγράφονται από τη σκοπιά μιας μεσήλικης, δηλαδή της αφηγήτριας. Δηλώνει, άλλωστε, συγγραφέας και εμπνέεται γενικώς από τους αδυνάτους. Σε μια ιστορία, ένα θηλυπρεπές αγόρι, που δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει την ιδιαιτερότητά του, έρχεται αντιμέτωπο με τη βία. Σε μια άλλη, σκιαγραφείται ο σημερινός νεόπτωχος. Εχουμε την εντύπωση ότι είναι η πιο ενδιαφέρουσα της συλλογής, καθώς πλάθει, για πρώτη φορά, έναν ανέστιο, που γευματίζει στο ύπαιθρο με τα υπολείμματα της λαϊκής αγοράς, χωρίς να επαιτεί ή να ξεπέφτει σε μικρότητες, διατηρώντας έτσι την αξιοπρέπεια της προγενέστερης ζωής του. Οι ιστορίες, πάντως, στις οποίες υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο, με την ηρωίδα σε ρόλο συγγραφέως, να αφηγείται την υπόθεση και να ακούει τις κρίσεις τρίτων, ίσως να προσφέρονταν για πιο ουσιαστική εκμετάλλευση. Οπως και να έχει, η Γαβαλά κατόρθωσε να γράψει τις καλύτερες ιστορίες της με ένα θέμα, εκ πρώτης όψεως, απρόσφορο. Αυτό επικεντρώνεται στο ελάχιστο και συχνά ανάξιο λόγου της καθημερινότητας των φτωχών, των ανήμπορων και λοιπών αδύναμων. Ισως, το καλό αποτέλεσμα να προέκυψε γιατί κατόρθωσε να αποδώσει την εναγώνια προσπάθεια όλων αυτών να μη «σπάσουν», όπως διατυπώνεται στην ομότιτλη με τη συλλογή ιστορία. 

Αναμνήσεις βουτηγμένες στο μελάνι

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Αλέξανδρο Στεργιόπουλο (από την ελευθεροτυπία)

Ο Βασίλης Βασιλικός είναι συγγραφέας. Πιστός στην τέχνη του γραπτού λόγου. Η ζωή του όλη, βουτηγμένη στις λέξεις. Δεμένος με την πένα έχει μάθει να περπατάει μαζί της και να δημιουργεί δρόμους μοναδικούς.
Από το 1953 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει περισσότερα από 120 βιβλία. Είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος έλληνας πεζογράφος μετά τον Νίκο Καζαντζάκη. Το Μνήμη από μελάνι (εκδ. Διόπτρα, σ. 544, ― 16) αποτελεί απόπειρα αυτοβιογραφίας, όπως σημειώνει ο ίδιος. Γραμμένη το 1992 και δημοσιευμένη λίγα χρόνια αργότερα, με τον τίτλο Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα. Οι εκδόσεις Διόπτρα μάς δίνουν την ευκαιρία να τον ξαναγνωρίσουμε. Ο Βασίλης Βασιλικός δέχτηκε να μιλήσει στη «Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων» και να μας εξηγήσει γιατί η μνήμη είναι από μελάνι.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: Η μνήμη μπορεί να «κολυμπήσει» στο μελάνι;
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ: Η μνήμη είναι το μελάνι που αφήνει η σουπιά για να εξαφανίσει τον διώκτη της, που είναι η ίδια η μνήμη. Μνήμη-μνήμα-μνημόνιο όπου σταθούν κι όπου στηθούν «μνημονεύουν Διονύσιο Σολωμό και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».
Α.Σ.: Γιατί το Μνήμη από μελάνι το χαρακτηρίζετε «φιλολογικές αναμνήσεις;»
Β.Β.: Δεν είναι ο μόνος χαρακτηρισμός που του δίνω. Αλλού, μες στο ίδιο βιβλίο πάντα, το αναφέρω σαν «ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις», αλλού «φύλλα του φθινοπώρου», κατά το «Feullets d'automme» του Andre Gide. Το «φιλολογικές αναμνήσεις» μάλλον ειρωνικά πρέπει να διαβαστεί, γιατί μόνο τέτοιο είναι.
Α.Σ.: Αν δεν είχατε γνωρίσει τα πρόσωπα που αναφέρετε στο βιβλίο, θα ήσασταν διαφορετικός συγγραφέας;
Β.Β.: Διαφορετικός συγγραφέας θα ήμουν αν δεν διάβαζα τα βιβλία που με καλούπωσαν, που δεν αντιστοιχούν με τα πρόσωπα που αναφέρω.
Α.Σ.: Σήμερα διαθέτουμε πιο πολλούς συγγραφείς ή λογοτέχνες;
Β.Β.: Λογοτέχνης είναι μια γενικότητα που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Οπως και ο τεχνολόγος. Εχετε ακούσει να αποκαλεί ποτέ κανείς κάποιον «ο κύριος είναι τεχνολόγος»; Θα πει ο κύριος είναι ηλεκτρονικός, ηλεκτρολόγος, υδραυλικός, μηχανικός κ.τ.λ. Το ίδιο συμβαίνει και με μας. Υπάρχουν ποιητές, συγγραφείς (και με τον όρο αυτό περιλαμβάνονται όλοι οι πεζογράφοι), υπάρχουν δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, θεατρικοί συγγραφείς κ.τ.λ. Εξάλλου, αν αντιστρέψουμε τη λέξη λογοτεχνία μάς προκύπτει αυτόματα η λέξη τεχνολογία.
Α.Σ.: Αν η συγγραφή είναι καταναγκαστική εργασία που δεν προσπορίζει καμία χαρά, όπως σημειώνετε, γιατί γράφετε;
Β.Β.: Ολοι που κάνουν την ίδια εργασία κατ' επάγγελμα, φτάνει μια στιγμή που την καταριούνται. Φαίνεται ότι σ' αυτό που αναφέρεστε βρέθηκα σε μια τέτοια στιγμή.
Α.Σ.: Στο βιβλίο γνωρίζουμε τον Βασίλη Βασιλικό ή τον λογοτεχνικό ήρωα Βασίλη Βασιλικό;
Β.Β.: Νομίζω πως την απάντηση στο πολύ εύστοχο ερώτημά σας τη δίνει καλύτερα, από ό,τι μπορώ να τη δώσω εγώ, ο φιλόλογος-επιμελητής του βιβλίου και φίλος μου Αριστοτέλης Σαΐνης: «Ο Β.Β. μιλάει για όλους και για όλα και κυρίως για τον εαυτό του σαν ένα πρόσωπο ενός μυθιστορήματος». Αυτό το «σαν» τα λέει όλα. Εξάλλου στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο ο Γιάννης Κιουρτσάκης, πριν από χρόνια, είχε για τίτλο «Σαν μυθιστόρημα».
Α.Σ.: Σε ποια «νεκρόπολη» θα θέλατε να γράψετε το τελευταίο σας βιβλίο;
Β.Β.: Αυτή τη στιγμή, μόνο στην Ουρανούπολη, κάτω από τη σκιά του Αθωνα, θα ήθελα. Αλλά όπως δεν έχω σπίτι εκεί, πάλι απέναντι απ' το Αγιον Ορος, στη Θάσο, υπάρχει το πατρικό μου. Κι εκεί γράφω.
Α.Σ.: Η σημερινή κρίση τι είδους γραπτά μπορεί να «γεννήσει»;
Β.Β.: Ολες οι κρίσεις, από τις ανθρώπινες έως τις κοινωνικές, είναι αστείρευτη πηγή έμπνευσης των συγγραφέων. Μην ξεχνάτε ότι οι μεγάλοι αμερικανοί συγγραφείς (Στάινμπεκ, Φιτζέραλντ κ.τ.λ.) παιδιά του «κραχ» του 1929 υπήρξαν.
Α.Σ.: Οι συγγραφείς είναι χρήσιμοι αυτή την εποχή;
Β.Β.: Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι σε καμία εποχή δεν υπήρξαν άχρηστοι. *
Βασίλης Βασιλικός
Μνήμη από μελάνι
επιμέλεια-διόρθωση: Αριστοτέλης Σαΐνης
εκδόσεις Διόπτρα, σ. 544, ευρώ 16
Ο συγγραφέας γνωρίζεται με το κοινό μέσα από τα έργα του. Κάθε βιβλίο είναι και ένα κομμάτι του εαυτού του. Δεν χρειάζεται κάτι άλλο ο αναγνώστης για να αναπτύξει τη σχέση του με τον δημιουργό. Το ταλέντο στο γράψιμο αποτελεί τον ρυθμιστικό παράγοντα αυτής της σχέσης. Πόσο περισσότερο να εκτεθεί αυτός που γράφει; Η αυτοβιογραφία είναι το επόμενο βήμα. Τα περιθώρια, όμως, είναι στενά. Πόσο να ενδιαφέρει η παράθεση προσωπικών στιγμών; Η μαεστρία στη συγγραφή δίνει τη λύση και ο Βασίλης Βασιλικός συστήνεται με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Το Μνήμη από μελάνι φέρνει πιο κοντά το κοινό με τον άνθρωπο Βασίλη Βασιλικό, αλλά τον κρατά στην ίδια απόσταση και με τον συγγραφέα Βασιλικό. Ο Βασιλικός προσφέρει τον εαυτό του με τον δικό του τρόπο. Δεν περιορίζεται στους κανόνες της αυτοβιογραφίας. Στην ουσία γράφει μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Πριν από τον πρόλογο αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ολοένα σαν τον Γλαύκο Θρασάκη νιώθω, που βίωνε την πραγματικότητα σαν μυθιστόρημα, που μετέτρεπε τον βίο του σε μύθο για να τον αντέξει». Ο Βασιλικός βλέπει τη ζωή μέσα από τη ματιά του συγγραφέα κι αυτό του δίνει μεγαλύτερη άνεση για να περιγράψει την προσωπική του πορεία. Το βιβλίο αποτελείται από δώδεκα κεφάλαια. Δεν υπάρχει ευδιάκριτη αρχή, μέση και τέλος. Η αρίθμηση είναι ο πιο απλός τρόπος για να τακτοποιήσει τα τυχαία αποτελέσματα της μνήμης. Εκεί βουτάει ο Β.Β., αλλά δεν τον ενδιαφέρει σε πιο σημείο θα βρεθεί. Τον νοιάζει μόνο να κολυμπήσει και όπου τον βγάλει. Ενα μακροβούτι αρκεί για να ανασύρει πετράδια του παρελθόντος. Η γραφή του έχει εξομολογητικό ύφος, χωρίς υπερβολές όμως. Ο συγγραφέας ανακαλύπτει και αναδεικνύει τα μικρά και δύσκολα ορατά σημεία. Τα ξεχωριστά που κάνουν κάθε άνθρωπο ελκυστικό. Οι ανεπαίσθητες διαφορές είναι το αλατοπίπερο της ζωής και ο Βασιλικός μάς το παρέχει αφειδώς. Σ' αυτές φαίνεται η αλήθεια κάθε ατόμου. Στη σελίδα 137 αναφέρει τη συζήτηση που είχε με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο σχετικά με τον αισθητισμό σε ένα έργο τέχνης. Η συνομιλία με τον γνωστό σκηνοθέτη έγινε η αιτία να μη δει μια σημαντική παράσταση της γυναίκας του. Με αυτόν τον τρόπο κάνει προσιτό καθετί που υπάρχει στις σελίδες του βιβλίου. Ο Βασιλικός κατά κάποιον τρόπο μεσολαβεί ανάμεσα σε άγνωστα γεγονότα και το τώρα. Στη σελίδα 466 σημειώνει πώς έπεισε τον Οδυσσέα Ελύτη να κάνει δήλωση για τη δολοφονία Λαμπράκη. Το Μνήμη από μελάνι βρίθει τέτοιων γεγονότων. Τα πάντα, όμως, μοιάζουν κομμάτια μιας μεγάλης προσωπικής ιστορίας. Ενός προσωπικού μύθου που αγγίζει το ίδιο σφιχτά την αλήθεια και τη φαντασία. Για να το κάνει όμως ακόμη πιο ελκυστικό, τοποθετεί στην ιστορία και τον «Κύριο Μαρούλη». Ενα alter ego που εναλλάσσεται με τον πρωταγωνιστή Β.Β. Το Μνήμη από μελάνι έχει ρυθμό που αναπτύσσεται προοδευτικά κι έναν αφηγητή που απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη. Σαν να ξεφυλλίζουμε το ημερολόγιο ενός μεγάλου μαθητή. Μας αφήνει ανοιχτές χαραμάδες να δούμε αληθινά κομμάτια του εαυτού του.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Η δωρεά οργάνων εκδήλωση φιλαλληλίας

Η δωρεά οργάνων εκδήλωση φιλαλληλίας
Tου Γιαννη Δ. Παπαδημητριου*
Η μεταμόσχευση ενός οργάνου, αποτελεί το μοναδικό μέσο επιβίωσης ενός ασθενούς που βρίσκεται σε τελικό στάδιο ανεπάρκειας κάποιου ζωτικού του οργάνου. Yπολογίζεται ότι εως και 100.000 άνθρωποι μπορεί να χάνονται κάθε χρόνο, σ’ ολόκληρο τον κόσμο, από έλλειψη μοσχευμάτων.
Kύρια πηγή προμήθειας των προς μεταμόσχευση οργάνων είναι η «δωρεά». H δωρεά, που αποτελεί τη μέγιστη έκφραση αγάπης προς το συνάνθρωπο και εκδήλωση φιλαλληλίας.
Eίναι πράγματι περίεργο ότι μια χώρα, όπως η δική μας, οι άνθρωποι της οποίας διακρίνονται από τα φιλάνθρωπα συναισθήματα και που όλες οι κύριες κοινωνικές δυνάμεις, όπως είναι η πολιτεία, οι διάφορες οργανώσεις και η Eκκλησία είναι ευνοϊκά διατεθειμένες για τη δωρεά, στην πράξη να κατατάσσεται στις τελευταίες σε μεταμοσχεύσεις, λόγω ακριβώς μικρής προσφοράς οργάνων. Tι φταίει άραγε;
Aσφαλώς το Nομοθετικό Πλαίσιο που διέπει τη δωρεά οργάνων και την όλη οργανωτική δομή έχει την κύρια ευθύνη.
Mε πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της η πολιτεία προτείνει να καθιερωθεί, ως προϋπόθεση για τη λήψη ενός οργάνου από ένα «κλινικώς νεκρό» υποψήφιο δότη, η αρχή της «εικαζομένης συναίνεσης». Kατ’ αρχήν η Eθνική Eπιτροπή Bιοηθικής, για λόγους ουσιαστικούς, προτείνει τον όρο «τεκμαιρομένη» συναίνεση. Σε χώρες που ισχύει η «Aρχή» αυτή όπως η Aυστρία ή το Bέλγιο, καταγράφεται μεγάλη αύξηση μεταμοσχεύσεων. Tι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο καθένας μας έχει το απόλυτο δικαίωμα να εκφράσει την ελεύθερη βούλησή του, να μη γίνει δωρητής και αυτό είναι σεβαστό. Tο δικαίωμα για αρνητική τοποθέτηση του κάθε πολίτη εξασφαλίζει την αυτονομία του ατόμου και θα πρέπει να εφαρμόζεται κάτω από τρεις αυστηρές προϋποθέσεις:
1) Oτι θα μεσολαβήσει μια ικανή μεταβατική περίοδος, πάνω από ένα χρόνο, πλήρους και πολύπλευρης ενημέρωσης των πολιτών, σ’ ολόκληρη την επικράτεια, γι’ αυτό τους το δικαίωμα. Προς τούτο θα πρέπει να επιστρατευθούν όλα τα πρόσφορα μέσα, όπως τα MME, το προσωπικό των νοσοκομείων, των Kέντρων Yγείας και των περιφερειακών ιατρείων, τα σχολεία, οι οργανωμένες ομάδες, οι πολιτιστικοί σύλλογοι και εν γένει οι τοπικές κοινωνίες. Θεωρούμε ότι η φιλαλληλία των συμπολιτών μας είναι δεδομένη και σύμφωνη με την αλτρουιστική φύση του ανθρώπου. Θεωρούμε επίσης ότι είναι και προσβλητικό για την ηθική υπόσταση του κάθε πολίτη να εκλαμβάνουμε ως δεδομένη την «άρνηση προσφοράς» και όχι τη «βούληση για προσφορά».
2) Δεδομένου ότι η ανοργανωσιά είναι το εθνικό μας γνώρισμα, θα πρέπει να γίνει μια καλοσχεδιασμένη οργανωτική προσπάθεια. Aυτό σημαίνει ότι αναγκαία προϋπόθεση είναι να δημιουργηθεί ένα εθνικό δίκτυο συντονισμού, αρχής γενομένης από τα περιφερειακά νοσοκομεία, όπου θα εδρεύει μια ειδική υπηρεσία «συντονισμού μεταμοσχεύσεων» και η οποία θα είναι στελεχωμένη από ειδικούς επαγγελματίες, τους «συντονιστές μεταμοσχεύσεων», οι οποίοι θα συντονίζουν σε τοπικό επίπεδο όλο το σχέδιο αξιοποίησης των δυνητικών δοτών.
H υπηρεσία αυτή θα πρέπει να διαθέτει πλήρη μηχανοργάνωση, ώστε να περιλαμβάνονται όλοι οι πολίτες που επιθυμούν να δηλώσουν ότι δεν επιθυμούν να γίνουν δότες.
Eπιπροσθέτως, οι «συντονιστές» θα πρωταγωνιστήσουν στην οργάνωση της προαναφερθείσας «πλήρους ενημέρωσης». H υπηρεσία αυτή θα πρέπει βεβαίως να είναι συνδεδεμένη και με την Kεντρική Yπηρεσία Συντονισμού Mεταμοσχεύσεων (Eθνικός Oργανισμός Mεταμοσχεύσεων), στην οποία θα υπάρχουν όλα τα σχετικά στοιχεία, σε εθνικό επίπεδο. Σε χώρες που εφαρμόστηκε η οργανωτική αυτή δομή, όπως η Iσπανία, παρατηρήθηκε κατακόρυφη αύξηση των μεταμοσχεύσεων.
Kαι ας μην ισχυρισθούμε ότι η οργάνωση μιας τέτοιας υπηρεσίας συνεπάγεται «κόστος». Tο «κόστος» μιας μεταμόσχευσης στο εξωτερικό, που δικαιούνται και όπου συχνά οι πολίτες μεταβαίνουν για τον σκοπό αυτό στις περιπτώσεις που η επέμβαση δεν πραγματοποιείται στη χώρα μας, είναι υπερπολλαπλάσιο, αφού κάθε μία τέτοια μεταμόσχευση στοιχίζει στο Ταμείο του πάνω από 150.000 ευρώ.
3) H «λήψη» οργάνου δεν θα πρέπει τελικώς να πραγματοποιείται εάν υπάρχει κάθετη, έντονη και έγγραφη άρνηση των οικείων του δυνητικού δότη. Eτσι οι «οικείοι» αναλαμβάνουν την ευθύνη της «άρνησης προσφοράς», παρά τη νομικώς ισχυρή «τεκμαιρομένη συγκατάθεση» του δυνητικού δότη. Mε αυτό τον τρόπο όμως προστατεύεται ο «θεσμός» από τυχόν αντιπαραθέσεις και δυσμενή σχόλια. O καθένας οφείλει να αναλαμβάνει τις ηθικές του ευθύνες.
Aλλωστε, όπως αναφέρει ο Παν. Kανελλόπουλος, το αρνητικό καθήκον, δηλαδή το να μη βλάψεις έναν συνάνθρωπό σου –και βλάπτεις ασφαλώς τον πάσχοντα συνάνθρωπό σου όταν του αρνείσαι το μοναδικό μέσο θεραπείας– έχει μείζονα ηθική αξία. Mε το να εναντιώνεται κάποιος προς την «τεκμαιρομένη» θετική βούληση του υποψηφίου δότη, παραβαραίνει το αρνητικό του καθήκον, την ιπποκράτειον εντολήν, του «μη βλάπτειν».
Tότε οι αρνητικώς τοποθετούμενοι είναι και ηθικώς κατακριτέοι.
* O κ. Γιάννης Παπαδημητρίου είναι ομότιμος καθηγητής Xειρουργικής του Πανεπιστημίου Aθηνών, πρόεδρος της Eθνικής Eπιτροπής Bιοηθικής.

Να γίνουν πρότυπα σχολεία στο κέντρο

Να γίνουν πρότυπα σχολεία στο κέντρο
Οι προτάσεις του καθηγητή Αρχιτεκτονικής στο ΜΙΤ, Julian Beinart, για την Αθήνα
Του Γιωργου Λιαλιου
Τα προβλήματα της Αθήνας ή οποιασδήποτε μεγαλούπολης δεν λύνονται με αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις και αναπλάσεις, με αυτοκινητόδρομους και νέα εμβληματικά κτίρια. Αν το ζήτημα στην Αθήνα είναι η εγκατάλειψη του κέντρου και η πλήρωσή του από μετανάστες, τότε θα πρέπει να εργαστείς επάνω στους μετανάστες και στην ταχεία ενσωμάτωσή τους. Χρειάζεται όμως και ευρηματικότητα, ενδεχομένως και ορισμένες κινήσεις-κλειδιά, όπως η δημιουργία εξαιρετικών σχολείων στο κέντρο. Ο διάσημος καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο ΜΙΤ Julian Beinart, μιλώντας στην «Κ», εκφράζει την αισιοδοξία του για την αναστροφή της τάσης υποβάθμισης του κέντρου της Αθήνας και εκτιμά ότι η πόλη δεν έχει ανάγκη να επανεφεύρει τον εαυτό της, έχοντας το πλεονέκτημα να ανήκει στο πάνθεον των ιστορικών πόλεων του κόσμου.
Ο Julian Beinart βρέθηκε πριν από λίγες ημέρες στην Αθήνα, προσκεκλημένος της Σχολής Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, για να μιλήσει σε συμπόσιο που οργανώθηκε στη μνήμη της καθηγήτριας Αρχιτεκτόνων Πολυξένης Κοσμάκη, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή πριν από ένα έτος. Η συζήτηση ξεκινάει από την ταχεία υποβάθμιση του κέντρου της Αθήνας και την αμερικανική εμπειρία. «Δυστυχώς, σε αυτές τις περιπτώσεις, η αρχιτεκτονική και ο πολεοδομικός σχεδιασμός δεν μπορούν να προσφέρουν πολλά», εκτιμά. «Πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο, που σε πολλές αμερικανικές πόλεις εμφανίστηκε ήδη από τη δεκαετία του ’20: η μετακίνηση των κατοίκων έξω από το κέντρο και η πλήρωση του κενού από τα φτωχότερα στρώματα, κυρίως μετανάστες. Πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για μια αναπόφευκτη, σχεδόν νομοτελειακή εξέλιξη στη ζωή μιας πόλης. Στην Αθήνα, απ’ ό, τι φαίνεται, πρέπει να γίνει ένας κύκλος. Στις ΗΠΑ τα παιδιά που μεγάλωσαν στα προάστια επιστρέφουν στο κέντρο. Βαριούνται τα σπίτια των γονιών τους και τη ζωή εκεί, θέλουν τις επιλογές και την ενέργεια της πόλης. Ο κόσμος εκτιμά και πάλι την αστική ζωή, τους μικρούς δρόμους, τα καταστήματα, τη διαφορετικότητα, το «new urbanism». Οι πιο δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές στις ΗΠΑ και στον κόσμο αποθεώνουν τη νεανικότητα της ενήλικης ζωής στο κέντρο των μητροπόλεων».
Τι χρειάζεται, λοιπόν, για να επιστρέψει αυτό το κλίμα και στην Αθήνα; Ο κ. Beinart εκφράζει μια άποψη αρκετά διαφορετική απ’ όσα ακούγονται σήμερα στην Ελλάδα για το θέμα. «Τα προβλήματα της πόλης είναι τα προβλήματα των κατοίκων της. Συχνά το ξεχνάμε και τα εξετάζουμε ως διαφορετικά πράγματα. Αν το πρόβλημα είναι η μεγάλη παρουσία μεταναστών, τότε πρέπει η πολιτεία να ασχοληθεί με τους μετανάστες. Συνήθως η πρώτη γενιά μεταναστών “θυσιάζεται”, εργάζεται σκληρά, δεν μαθαίνει τη γλώσσα, δεν ανοίγεται στην τοπική κουλτούρα. Το στοίχημα είναι τα παιδιά τους. Να γίνουν Ελληνες πολίτες, μέρος της νέας ελληνικής κουλτούρας», εκτιμά ο Νοτιοαφρικανός στην καταγωγή πανεπιστημιακός. «Χρειάζεται επίσης πρότυπα σχολεία στο κέντρο, να μην οδηγούνται οι κάτοικοι σε φυγή γι’ αυτόν τον λόγο».
Παρά την –όχι αδικαιολόγητη– απαισιοδοξία που αντίκρισε στους Ελληνες συναδέλφους του, ο Julian Beinart δηλώνει αισιόδοξος για την Αθήνα. «Ναι, θα στοιχημάτιζα στην Αθήνα. Δεν χρειάζεται branding (προώθηση) της πόλης, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, όλοι ξέρουν ποια είναι, έστω κι αν αυτό οφείλεται στο κλασικό παρελθόν της. Αυτό είναι ένα σπάνιο πλεονέκτημα που δεν πρέπει να το ξεχνάτε. Καμία ανερχόμενη ασιατική μεγαλούπολη δεν μπορεί να πάρει τη θέση των ιστορικών πόλεων στη φαντασία των πολλών. Η Αθήνα δεν χρειάζεται τον Rem Koolhaas ή την Zaha Hadid για να «μπει στον χάρτη». Οι πραγματικά σημαντικές πόλεις, όπως το Παρίσι και η Νέα Υόρκη, δεν βασίζουν τη φήμη τους στα τοπόσημα. Οι πόλεις φτιάχνονται από την ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος (urbanism), την ποιότητα του να είσαι εκεί, τη συλλογική μνήμη της πόλης, την κουλτούρα, το φαγητό. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η Αθήνα δεν ακολούθησε αυτό το μονοπάτι. Η Ελλάδα έχει μια ιστορική κουλτούρα, έχει παράδοση, πάντα κέρδιζε πολλά ως σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Η Τουρκία τα τελευταία χρόνια προωθεί τον εαυτό της σε αυτό το σταυροδρόμι, νομίζω όμως ότι η Ελλάδα είναι πιο κοντά σε αυτήν την πραγματικότητα».
Μέγιστη απειλή η κλιματική αλλαγή
Θέμα του συμποσίου, στο οποίο ο Julian Beinart ήταν κεντρικός ομιλητής, ήταν η μεταβαλλόμενη σχέση πόλης και φύσης. «Τα πράγματα έχουν αλλάξει», σημειώνει ο κ. Beinart. «Σήμερα, για πρώτη φορά από το 5.000 π. Χ., ζούμε σε ένα περιβάλλον που απειλεί την επιβίωσή μας ως είδος. Η κλιματική αλλαγή είναι ένα πρόβλημα με ανυπολόγιστες συνέπειες, στο οποίο δυστυχώς ακόμα και στις ΗΠΑ δεν δίνεται ακόμα η δέουσα προσοχή. Η βιοκλιματική αρχιτεκτονική έχει πολλά να προσφέρει, χρειάζεται όμως και μια παγκόσμια συμφωνία».
Η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει, αναπόφευκτα, και την εξέλιξη των μεγαλουπόλεων. «Το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε παράκτιες περιοχές και επομένως μεγάλες μάζες πληθυσμού θα αναγκαστούν σε μετακίνηση μέσα στον επόμενο αιώνα. Εκτιμώ ότι η κλιματική αλλαγή θα οδηγήσει σε μια μετανάστευση χωρίς προηγούμενο. Αν θεωρούμε, λοιπόν, σήμερα ότι αντιμετωπίζουμε έντονο μεταναστευτικό πρόβλημα, μπορεί να μην έχουμε δει τίποτα».
Συνεπώς, για τον καθηγητή του ΜΙΤ, η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή αφορά ουσιαστικά την αντιμετώπιση της φτώχειας στον Τρίτο Κόσμο και στις αναπτυσσόμενες χώρες. «Η συζήτηση περί αειφορίας έχει γίνει της μόδας. Αειφορία για ένα μεγάλο κομμάτι του πλανήτη είναι απλά η επιβίωση. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να συζητάμε για τις πόλεις μας σαν να πρόκειται να τις κλείσουμε σε τείχη».