Απόσπασμα από <<Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα>> Αλέξης Σταμάτης
«Έχουν γίνει πόλεμοι εδώ;»
«Όχι, κανένας πόλεμος εδώ κι εκατόν πενήντα-διακόσια χρόνια. Αυτό με τα όπλα είναι παράδοση. Τον πόλεμο εγώ τον έζησα στην ανατολική Ευρώπη, στα Βαλκάνια...»
«Είπες πως ήσουν στη Γιουγκοσλαβία... Θα είδες πράγματα...»
«Φοβερά... Απίστευτες αγριότητες. Μπορώ να σου μιλάω ώρες... Ένα όμως δε θα ξεχάσω ποτέ». Έκανε μια παύση. «Θες να σου πω; Δεν είναι κι από τις ωραιότερες ιστορίες...»
Η Λήδα ένευσε καταφατικά.
«Είχα βρεθεί σ' ένα εγκαταλειμμένο χωριό. Ακολουθούσα το τάγμα μιας παράταξης που είχε καταφύγει εκεί. Είχαμε περπατήσει τρεις μέρες και τα τρόφιμα τελείωναν. Ήμουν αποκλεισμένος, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς καμία επικοινωνία με την εφημερίδα, με τον υπόλοιπο κόσμο, με τίποτα. Η μοίρα τους ήταν η μοίρα μου. Με το που πατήσαμε το πόδι μας στο χωριό δεχτήκαμε μαζική επίθεση από τον αέρα. Εγώ ήμουν στην πλατεία του χωριού μ' έναν νεαρό λοχία. Όταν είδαμε τα βομβαρδιστικά να πλησιάζουν τρέξαμε σαν τρελοί μπήκαμε στο πρώτο σπίτι που βρήκαμε μπροστά μας. Ήμασταν τυχεροί είχε υπόγειο. Ο Ντάρκο άνοιξε την καταπακτή. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε μια απότομη ξύλινη σκάλα. Στο βάθος υπήρχε ένα μικρό φωτάκι, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω τι γινόταν μέσα. Ξαφνικά, στα δεξιά μας, πολύ κοντά, είδα μια λάμψη" ταυτόχρονα ακούστηκε ένας κρότος, ύστερα κι άλλος, κι ένας τρίτος. Πυροβολισμοί. Ο Ντάρκο έπεσε. Εγώ έκανα ένα σάλτο αριστερά. Είδα έναν ίσκιο που κινήθηκε προς το μέρος μου. Έπεσα πάνω του. Ένα πιστόλι τινάχτηκε μακριά. Παλέψαμε για λίγο ήταν πολύ αδύναμος. Κάτι υποψιάστηκα όμως. Πήδηξα πάνω του κι όταν ακινητοποίησα τα χέρια του, κοίταξα το πρόσωπο του και βεβαιώθηκα. Ήταν γυναίκα, κοπέλα μάλλον, καμιά εικοσαριά χρονών, ξανθιά" πολύ λεπτή. Το πρόσωπο της ήταν βρόμικο, γρατσουνισμένο, τα χείλη της σκασμένα. Ο Ντάρκο κειτόταν πλάι μου. Πήρα το πιστόλι του, ύστερα τις χειροπέδες του" τις έβαλα στην κοπέλα. Εκείνη με κοίταζε τρομαγμένα, το κεφάλι της κουνιόταν πέρα δώθε. Ξαναγύρισα στον Ντάρκο. Του γύρισα το πρόσωπο στο φως κι έπιασα το σφυγμό του. Ήταν νεκρός. Εκείνη τη στιγμή η κοπέλα έβγαλε μια φοβερή κραυγή που αντήχησε σ' όλο το υπόγειο. "Ντάρκο! Όχι!!!" κι άρχισε να κλαίει σπαρακτικά. Την έψαξα, δεν είχε άλλο όπλο, της έβγαλα τις χειροπέδες. Τότε η κοπέλα έπεσε πάνω στον νεκρό και τον αγκάλιασε. Κράτησε το πρόσωπο του στα χέρια της κι άρχισε να τον φιλάει ασταμάτητα. Από πάνω άκουγα εκρήξεις... Η αεροπορία ισοπέδωνε το χωριό. "Ντάρκο, Ντάρκο" φώναζε συνέχεια η κοπέλα. Τη ρώτησα τι συμβαίνει, πού τον ήξερε. Γύρισε το πρόσωπο της, ένα φίνο γιουγκοσλάβικο πρόσωπο, και είπε, τρέμοντας: "Με λένε Μπένγκα Γιάνκοβιτς. Ο Ντάρκο είναι ο αδερφός μου". Μείναμε τρεις ώρες στο υπόγειο. Η Μπένγκα, ο νεκρός Ντάρκο, κι εγώ. Μέσα από κραυγές και κλάματα μου είπε ολόκληρη τη ζωή της. Από την οικογένεια της δεν είχε απομείνει κανείς. Εκείνη κι ο Ντάρκο ήταν οι τελευταίοι. "Σπούδαζε πιάνο, ήταν μεγάλο ταλέντο" μου είπε. Ο θόρυβος από πάνω κάποια στιγμή σταμάτησε. Περίμενα μισή ώρα κι ύστερα αποφάσισα να δω τι γίνεται. Άρχισα να ανεβαίνω τη σκάλα για ν' ανοίξω την καταπακτή, κι είχα φτάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι, όταν άκουσα πίσω μου έναν πυροβολισμό. Είχε τινάξει τα μυαλά της με το πιστόλι του Ντάρκο. Έπεσε πάνω του" έγιναν ένα κουβάρι. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα πλέον. Ανέβηκα με προσοχή. Το χωριό δεν υπήρχε πια. Νεκροί παντού. Ένα επίπεδο τοπίο γεμάτο πτώματα. Ξανακατέβηκα στο υπόγειο, πήρα τη μηχανή μου και φωτογράφισα τον Ντάρκο με την Μπένγκα. Ένα κουβάρι. Αυτή η φωτογραφία πήρε διεθνές βραβείο...»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου