Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Eιρήνη - Πόλεμος


Απόσπασμα από   <<Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα>> Αλέξης Σταμάτης
  «Έχουν γίνει πόλεμοι εδώ;»
«Όχι, κανένας πόλεμος εδώ κι εκατόν πενήντα-διακόσια χρόνια. Αυτό με τα όπλα    είναι παράδοση. Τον πόλεμο εγώ τον έζησα στην ανατολική Ευρώπη, στα Βαλκάνια...»
«Είπες πως ήσουν στη Γιουγκοσλαβία... Θα είδες πράγματα...»
«Φοβερά... Απίστευτες αγριότητες. Μπορώ να σου μιλάω ώρες... Ένα όμως δε θα ξεχάσω ποτέ». Έκανε μια παύση. «Θες να σου πω; Δεν είναι κι από τις ωραιότερες ιστορίες...»
Η Λήδα ένευσε καταφατικά.
«Είχα βρεθεί σ' ένα εγκαταλειμμένο χωριό. Ακολου­θούσα το τάγμα μιας παράταξης που είχε καταφύγει ε­κεί. Είχαμε περπατήσει τρεις μέρες και τα τρόφιμα τε­λείωναν. Ήμουν αποκλεισμένος, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς καμία επικοινωνία με την εφημερίδα, με τον υπόλοιπο κό­σμο, με τίποτα. Η μοίρα τους ήταν η μοίρα μου. Με το που πατήσαμε το πόδι μας στο χωριό δεχτήκαμε μαζική επίθεση από τον αέρα. Εγώ ήμουν στην πλατεία του χω­ριού μ' έναν νεαρό λοχία. Όταν είδαμε τα βομβαρδιστικά να πλησιάζουν τρέξαμε σαν τρελοί μπήκαμε στο πρώτο σπίτι που βρήκαμε μπροστά μας. Ήμασταν τυχεροί είχε υπόγειο. Ο Ντάρκο άνοιξε την καταπακτή. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε μια απότομη ξύλινη σκάλα. Στο βάθος υ­πήρχε ένα μικρό φωτάκι, αλλά δεν μπορούσα να διακρί­νω τι γινόταν μέσα. Ξαφνικά, στα δεξιά μας, πολύ κοντά, είδα μια λάμψη" ταυτόχρονα ακούστηκε ένας κρότος, ύ­στερα κι άλλος, κι ένας τρίτος. Πυροβολισμοί. Ο Ντάρκο έπεσε. Εγώ έκανα ένα σάλτο αριστερά. Είδα έναν ίσκιο που κινήθηκε προς το μέρος μου. Έπεσα πάνω του. Ένα πιστόλι τινάχτηκε μακριά. Παλέψαμε για λίγο ήταν πο­λύ αδύναμος. Κάτι υποψιάστηκα όμως. Πήδηξα πάνω του κι όταν ακινητοποίησα τα χέρια του, κοίταξα το πρό­σωπο του και βεβαιώθηκα. Ήταν γυναίκα, κοπέλα μάλ­λον, καμιά εικοσαριά χρονών, ξανθιά" πολύ λεπτή. Το πρό­σωπο της ήταν βρόμικο, γρατσουνισμένο, τα χείλη της σκασμένα. Ο Ντάρκο κειτόταν πλάι μου. Πήρα το πι­στόλι του, ύστερα τις χειροπέδες του" τις έβαλα στην κο­πέλα. Εκείνη με κοίταζε τρομαγμένα, το κεφάλι της κου­νιόταν πέρα δώθε. Ξαναγύρισα στον Ντάρκο. Του γύρισα το πρόσωπο στο φως κι έπιασα το σφυγμό του. Ήταν νε­κρός. Εκείνη τη στιγμή η κοπέλα έβγαλε μια φοβερή κραυγή που αντήχησε σ' όλο το υπόγειο. "Ντάρκο! Όχι!!!" κι άρχισε να κλαίει σπαρακτικά. Την έψαξα, δεν είχε άλ­λο όπλο, της έβγαλα τις χειροπέδες. Τότε η κοπέλα έπε­σε πάνω στον νεκρό και τον αγκάλιασε. Κράτησε το πρό­σωπο του στα χέρια της κι άρχισε να τον φιλάει ασταμά­τητα. Από πάνω άκουγα εκρήξεις... Η αεροπορία ισοπέ­δωνε το χωριό. "Ντάρκο, Ντάρκο" φώναζε συνέχεια η κο­πέλα. Τη ρώτησα τι συμβαίνει, πού τον ήξερε. Γύρισε το πρόσωπο της, ένα φίνο γιουγκοσλάβικο πρόσωπο, και εί­πε, τρέμοντας: "Με λένε Μπένγκα Γιάνκοβιτς. Ο Ντάρ­κο είναι ο αδερφός μου". Μείναμε τρεις ώρες στο υπόγειο. Η Μπένγκα, ο νεκρός Ντάρκο, κι εγώ. Μέσα από κραυ­γές και κλάματα μου είπε ολόκληρη τη ζωή της. Από την οικογένεια της δεν είχε απομείνει κανείς. Εκείνη κι ο Ντάρκο ήταν οι τελευταίοι. "Σπούδαζε πιάνο, ήταν με­γάλο ταλέντο" μου είπε. Ο θόρυβος από πάνω κάποια στιγμή σταμάτησε. Περίμενα μισή ώρα κι ύστερα απο­φάσισα να δω τι γίνεται. Άρχισα να ανεβαίνω τη σκάλα για ν' ανοίξω την καταπακτή, κι είχα φτάσει στο τελευ­ταίο σκαλοπάτι, όταν άκουσα πίσω μου έναν πυροβολι­σμό. Είχε τινάξει τα μυαλά της με το πιστόλι του Ντάρ­κο. Έπεσε πάνω του" έγιναν ένα κουβάρι. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα πλέον. Ανέβηκα με προσοχή. Το χωριό δεν υπήρχε πια. Νεκροί παντού. Ένα επίπεδο τοπίο γεμάτο πτώματα. Ξανακατέβηκα στο υπόγειο, πήρα τη μηχανή μου και φωτογράφισα τον Ντάρκο με την Μπένγκα. Ένα κουβάρι. Αυτή η φωτογραφία πήρε διεθνές βραβείο...»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου