Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Εποχή των δικτύων


Ελευθερία του λόγου (και της ανοησίας) 

Δεν συμμετέχω σε ηλεκτρονικά δίκτυα, αλλά κάπου-κάπου διάφοροι φίλοι μού στέλνουν συνδέσμους που μου προκαλούν απορίες. Είναι πράγματι αυτό το γενικό ήθος; Δηλητηριώδη κουτσομπολιά, αμετροέπεια, φθόνος, κακόβουλα σχόλια; Ή αυτό είναι το ήθος ενός μικρού πληθυσμιακού δείγματος που έχει χρόνο για χάσιμο; Ποιο είναι το προφίλ των ανθρώπων που περνούν τη μέρα τους στο facebook ή στο twitter; Τι τους οδηγεί σε τέτοια υπερέκθεση, σε τέτοια ακράτεια λόγων; Μήπως η ανεργία ενισχύει τέτοια φαινόμενα;

Από την άλλη, σκέφτομαι: αν ήμουν άνεργη, θα ξεκινούσα πρωί-πρωί να βρω δουλειά, θα χτυπούσα πόρτες, θα έκανα προσφορές, θα αναζητούσα μεροκάματα – δεν θα περνούσα την ώρα μου μπροστά στον υπολογιστή, σχολιάζοντας ή βρίζοντας τους άλλους. Με λίγα λόγια, θα προσπαθούσα να λύσω το πρόβλημά μου και να γεμίσω αποδοτικά τον χρόνο μου, τον πολύτιμο χρόνο της ζωής μου. Αλλωστε ο βίος παραείναι βραχύς, είτε είσαι νέος είτε δεν είσαι νέος. Και δεν δέχομαι να περάσω τη σύντομη ζωή μου γράφοντας ανοησίες από δω κι από κει. Γράφοντας ανοησίες ανώνυμα, ανεύθυνα και χωριάτικα. Αναρωτιέμαι λοιπόν τι επιλογή ζωής έχουν κάνει τόσοι και τόσοι άνθρωποι. Αυτοί που πληκτρολογούν μόλις ξυπνήσουν τις πρώτες απλοϊκές και ανόητες σκέψεις τους και ύστερα συνεχίζουν να τηρούν δημοσίως το προσωπικό τους ημερολόγιο και να διατυπώνουν σε αυτό διεστραμμένες απόψεις για άτομα που δεν γνωρίζουν.
Η ελευθερία του λόγου δεν μπορεί να έχει όρια. Ο καθένας πρέπει να έχει το δικαίωμα να λέει ό,τι θέλει. Ο,τι λέμε για τους άλλους παρέχει όμως πληροφορίες για τον ίδιο μας τον εαυτό. Μέχρι εδώ κανένα σοβαρό πρόβλημα: ο κόσμος φλυαρεί και πνίγεται στην ανοησία· όποιος επιθυμεί στέκεται μακριά απ’ όλα τούτα. Ωστόσο βλέπω ένα πρόβλημα παράγωγο: οι εφημερίδες έχουν αρχίσει να μοιάζουν με ιστολόγια. Παλιότερα μπορούσαμε να διακρίνουμε μεταξύ έγκυρου εντύπου και λαϊκής φυλλάδας· σήμερα, φοβάμαι, όλα έχουν γίνει πολτός. Σε υποτιθέμενες σοβαρές εφημερίδες περιλαμβάνονται κείμενα χαμηλού γούστου, ξεκατινιάσματα, ξεμαλλιάσματα, φωτογραφίες τύπου παπαράτσι, κρυάδες, υπερβολές, χτυπήματα κάτω από τη μέση, βρόμικα υπονοούμενα, ψέματα. Ο Τύπος μιμείται το διαδίκτυο, τους ανώνυμους άεργους, τους κακιασμένους losers αυτής της χώρας. Φαίνεται σαν να μην υπάρχει πια το φίλτρο του αρχισυντάκτη, του ανθρώπου που κάποτε-κάποτε πρέπει να δηλώνει βαρυσήμαντα «αυτό το πετάω» και να ρίχνει το χειρόγραφο στα σκουπίδια.
Πλείστα από τα ηλεκτρονικά χειρόγραφα θα έπρεπε να βρίσκονται στους κάδους ανακύκλωσης και στην ανυπαρξία. Ομως, τούτη την εποχή όλοι εκλαμβάνουν τον εαυτό τους ως δημόσιο ομιλητή, δημοσιογράφο, σχολιαστή. Βεβαίως παρεξήγηση: μια λίστα με ψώνια είναι κάτι που μπορεί να γραφτεί σχεδόν από οποιονδήποτε· ένα άρθρο δεν είναι κάτι ανάλογο. Ακόμη και η δημοσιογραφία –ένα επάγγελμα που αφήνει ανοιχτό το ερώτημα «τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω»– χρειάζεται παιδεία, αίσθηση δεοντολογίας, θάρρος, αντοχή, υπομονή, ανεκτικότητα, διακριτικότητα. Ωστόσο όλα αυτά λείπουν από πολλούς γραφιάδες, τόσο των εφημερίδων και των περιοδικών, όσο και του διαδικτύου.
Χρονογράφημα της Σώτης Τριανταφύλλου

Αυτά τα ... social media

Από το live στο like

Χρόνια πριν, όταν πηγαίναμε στη συναυλία των ξένων καλλιτεχνών που αγαπούσαμε, η φωτογραφική μηχανή κρυμμένη συνήθως σε μια γυναικεία τσάντα για να κρατήσει για πάντα την ανάμνηση της βραδιάς, ήταν η πιο αθώα ενοχή μας. Την αποκαλύπταμε πάντα διακριτικά, τη χρησιμοποιούσαμε με κάποια συστολή. Αποφεύγαμε το φλας και χωρίς να ενοχλεί τις περισσότερες φορές τον διπλανό μας, πάγωνε τον χρόνο. Δυο τρεις κλεφτές στιγμές σε κάποια πλάνα που άξιζαν τον κόπο σε μια εποχή που μπορούσαμε ακόμη να έχουμε τη χαρά της ακρόασης και της αφοσίωσης σε κάθε τι που κάναμε, τη στιγμή που το κάναμε. Γιατί τώρα, στην εποχή του «ήμουν κι εγώ εκεί», δεν αρκεί να το ζήσεις. Πρέπει και να το δηλώσεις κιόλας.
Στη συναυλία της Πάτι Σμιθ στο Ηρώδειο ένιωσα περισσότερο από ποτέ άλλοτε πόσο ενοχλητική μπορεί να γίνει η εγωπάθεια μερικών θεατών. Εκείνων (δυστυχώς δεν ήταν λίγοι) που ήθελαν να δηλώσουν ότι ζουν μια συγκινητική βραδιά πριν ακόμη τη ζήσουν. Επιδόθηκαν σε ένα απίστευτοπαιχνίδι προσωπικής επίδειξης στο facebook και στο twitter για κάθε τραγούδι της ποιήτριας του ροκ πριν το ολοκληρώσει καλά καλά. Το σχόλιο της: «Μπορεί να μην κερδίζουμε πάντα τις μάχες, αλλά πρέπει να συνεχίζουμε τον αγώνα», ταξίδεψε διαδικτυακά πριν συνειδητοποιήσουμε τον γλυκό τους λόγο.
Ηταν φανερό, δεν απολάμβαναν. Αλλωστε δεν έβλεπαν. Ακουγαν και μετέδιδαν στους «φίλους» οι οποίοι τους φιλοδωρούσαν με τα πολυπόθητα like. Και τι χαρά, τι ξέσπασμα στο τέλος κάθε τραγουδιού. Πρώτοι αυτοί, πριν απ’ οποιονδήποτε άλλον, σχεδόν λαίμαργα, πριν χωνέψουν ήχο και εικόνα. Ηταν μπροστά, δίπλα, στις άλλες σειρές εκεί όπου ξεπηδά αυτό το έντονο φως, το οποίο ενοχλεί σε συναυλίες και παραστάσεις όλο και περισσότερο, σαν απλωμένο κακό.
Οι αναπτήρες στα υψωμένα χέρια έδωσαν πια τη θέση τους στα πολυμήχανα κινητά όπως είδαμε και στη Λάνα ντελ Ρέι στο Rockwave. Δεν έφτανε που πέρασε σαν αστραπή (τόσο σύντομη ήταν η συναυλία), είχες να αντιμετωπίσεις και ένα πέπλο εξελιγμένων gadgets μπροστά σου. Μια κακή συνήθεια που μοιράζονται και αρκετοί θεατές στο θέατρο όπως στον Σαββοπουλικό «Πλούτο» στην Επίδαυρο και σχεδόν σε κάθε παράσταση έργου του Αριστοφάνη λες και το smartpfone επιβάλλεται να συμμετέχει σε κάθε θέαμα χαράς.
Κι αυτός ο αγενής ιδιοκτήτης - θεατής μοιάζει να μη συναισθάνεται, να μην απολαμβάνει, να μη νοιάζεται που δεν συμμετέχει. Πληρώνει εισιτήριο για να γράφει, να φωτογραφίζει και να μεταδίδει σύντομα μηνύματα και μέρος από το θέαμα. Βιώματα και εμπειρίες σε sms, εικόνες που υποκαθιστούν τα συναισθήματα και αποκαλύπτουν ανασφάλειες και μοναξιά. Δεν αρκεί που το βλέπω, πρέπει να το δηλώσω και στους άγνωστους «φίλους» ότι είμαι εδώ. Σαν να εξαρτάται απ’ αυτούς η επιβεβαίωση ότι ζω αυτό που ζω. Live τέλος. Τώρα like.
Tης Γιωτας Συκκα (από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Η νέα επικοινωνία

Στείλε μια κάρτα, γράψε ένα γράμμα

Σ'ένα γραφείο στο δωμάτιο των κοριτσιών μου υπάρχει ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο κάρτες που τους έχω στείλει από τότε που ήταν πολύ μικρές. Περιλαμβάνει κάρτες από πολλά μέρη του κόσμου όπου έχω ταξιδέψει τα τελευταία 10-12 χρόνια.
Βλέπετε, το πρώτο πράγμα που κάνω όταν βρεθώ σε μια χώρα είναι να διαλέξω μερικές αντιπροσωπευτικές κάρτες για να τις στείλω στο Παρίσι, έτσι ώστε να μοιραστώ λιγάκι από το ταξίδι μου. Προσπαθώ να βρω τις πιο όμορφες κάρτες ή εκείνες που εκφράζουν καλύτερα ό,τι βλέπω ή βιώνω τη συγκεκριμένη στιγμή. Το επόμενο βήμα είναι να αγοράσω ένα γραμματόσημο της χώρας όπου βρίσκομαι. Επειτα κάθομαι σ’ ένα καφέ ή ένα μπαρ και γράφω τις σκέψεις μου και τα αισθήματά μου.
Πίσω στο Παρίσι, οι κόρες μου κι εγώ συχνά διαλέγουμε στην τύχη μια κάρτα και τη διαβάζουμε. Γελάμε με το πόσο παράξενες ακούγονται μερικές τώρα, πόσο παιδιάστικα τα μηνύματα που τους έγραφα όταν ήταν τριών ή τεσσάρων ετών. Οι κάρτες, όμως, μου φέρνουν πίσω πολλές αναμνήσεις, και οι κόρες μου αναπόφευκτα μού ζητούν να τους πω ιστορίες για το ταξίδι που έκανα - κι έτσι μεταφέρομαι πίσω στον χρόνο και με ενθουσιάζει να μιλάω για εκείνες τις στιγμές όπως ενθουσιάζει και τα κορίτσια να ακούνε.
Τα γράφω αυτά τώρα γιατί φαίνεται πως το είδος αυτό επικοινωνίας εξαφανίζεται. Στην Παμπλόνα, όπου βρέθηκα τον περασμένο Δεκέμβριο, έψαχνα να βρω κάρτες για να στείλω σε φίλους. Παρατήρησα στα μαγαζιά ότι τα ράφια όπου βρίσκονταν συνήθως οι κάρτες ήταν σχεδόν άδεια. Οταν ρώτησα έναν μαγαζάτορα μου είπε: «Κανένας δεν στέλνει πια κάρτες. Ολοι χρησιμοποιούν το Iντερνετ».
Απογοητεύτηκα ακόμα περισσότερο όταν πήγα στο ταχυδρομείο και διαπίστωσα ότι οι επιστολές σφραγίζονταν απλώς και ότι τα γραμματόσημα όπως τα γνωρίζουμε δεν πουλιούνταν πια εκεί. Μου είπαν ότι μπορώ ακόμα να βρω γραμματόσημα στο καπνοπωλείο.
Παρ’ όλο που αυτό αποδείχθηκε ότι ισχύει, με απογοήτευσε η φτωχή ποικιλία των γραμματοσήμων. Η Ισπανία, όπως και η Γαλλία, εξέδιδε πάντα θαυμάσια γραμματόσημα που απεικόνιζαν έργα τέχνης ή πρόσωπα διάσημων ανθρώπων. Ετσι, όταν διάλεγα ένα γραμματόσημο έστελνα επίσης μια στιγμή ιστορίας, προσθέτοντας κάτι στην προσεκτικά διαλεγμένη κάρτα.
Ολα αυτά φαίνονται πια να ανήκουν στο παρελθόν. Αναρωτιέμαι, όμως, τα παιδιά που λαμβάνουν e-mail θα νιώθουν την ίδια συγκίνηση όταν θα κοιτάζουν αυτά τα μηνύματα μετά από χρόνια; Και θα τα έχουν καν διατηρήσει «σωσμένα»; Μήπως τελικά θα χαθεί η χαρά να κρατάς στα χέρια σου ένα μικρό κομμάτι της οικογενειακής σου ιστορίας;
Φοβάμαι πως έτσι θα γίνει. Ακόμα και τα γράμματα που έχω στείλει στις κόρες μου είναι προσεκτικά φυλαγμένα σ’ ένα ξύλινο κουτί. Οταν κοιτάζουμε μαζί αυτές τις κάρτες και τις επιστολές και τα γραμματόσημα, νιώθουμε μια γλυκιά συντροφικότητα. Και ξέρω ότι πολύ καιρό αφότου θα έχω φύγει, τα παιδιά μου θα έχουν αυτές τις «χειροπιαστές» αναμνήσεις και πιθανόν να τις παραδώσουν στα δικά τους παιδιά, λέγοντάς τους ιστορίες για τον παππού και τα ταξίδια του. Το ελπίζω τουλάχιστον.
Οι μηχανές αντικαθιστούν τόσο πολλά πράγματα και προβλέπω ότι σε λίγα χρόνια οι άνθρωποι πιθανόν να βλέπουν τις κάρτες και τις επιστολές και τα γραμματόσημα σαν ιστορικά αξιοπερίεργα. Είναι πολύ λυπηρό, γιατί θα χάσουν μια από τις μικρές χαρές της ζωής: τη χαρά να επικοινωνείς με πολύ προσωπικό και υλικό τρόπο με εκείνους που αγαπάς.

Τζόζεφ Ντίστλερ / International Herald Tribune


*Ο κ. Τζόζεφ Ντίστλερ διδάσκει στην Αμερικανική Σχολή στο Παρίσι και συμμετέχει στο «κυνήγι των ταύρων» στην Παμπλόνα από το 1967.

Η εικόνα του πολιτικού

Και γκαφατζήδες και αψεγάδιαστοι

Το πρόσφατο σαρδάμ του πρωθυπουργού και ο επακόλουθος αυθόρμητος αυτοκολασμός του, που βγήκε κατά λάθος στον αέρα μαζί με το διάγγελμά του, κατέδειξε, όπως και κάθε άλλη γκάφα πολιτικού, ότι αυτή δεν λειτουργεί εν τέλει καταστροφικά για την εικόνα του. Κάθε άλλο... Ακόμη και τα σαρδάμ του Γιώργου Παπανδρέου, εκείνο το «δίνουμε όλοι την Κυριακή το παρών στις κάλτσες» στη Θεσσαλονίκη, το 2009, ή το «μηδέν εις το πηλίκιο», δεν είχαν προκαλέσει μόνο απαξιωτικά σχόλια για την κακή του σχέση με την ελληνική και τη ρητορική, αλλά και αναλύσεις για το ευάλωτο της (συμπαθούς) ανθρώπινης φύσης υπό συνθήκες πίεσης.
Πάντως, δεν είναι πρώτη φορά που η τεχνολογία προδίδει τους πολιτικούς. Προ ετών, ο Κώστας Καραμανλής είχε πει –απροφύλακτος– στον κάμεραμαν: «Πόση ώρα θα κάνεις; Μην κάθομαι και περιμένω σαν μ...ας». Με αυτήκοο μάρτυρα την υφήλιο, είχε διαμειφθεί και η γνωστή πλέον στιχομυθία των Σαρκοζί – Ομπάμα για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Σαρκοζί: «Είναι μεγάλος ψεύτης. Δεν τον αντέχω, τον έχω βαρεθεί». Ομπάμα: «Εσύ τον έχεις βαρεθεί, όμως εγώ τον υφίσταμαι κάθε μέρα». Στην παγίδα του ανοιχτού μικροφώνου είχε πέσει πέρυσι τον Ιούλιο και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπέι. Σκύβοντας προς την πρόεδρο του Κοσόβου, Ατιφέτα Γιαχγιάγκα, την είχε ρωτήσει: «Πώς είπες ότι είναι το ονοματάκι σου, καλή μου;». «Τους κάνει πιο ανθρώπινους», είναι η θετική αποτίμηση της γκάφας, τους κατεβάζει από τον Ολυμπό τους, τους εξομοιώνει με τους κοινούς θνητούς, τους κάνει έναν από αυτούς, άρα αγαπητούς. Αποκαλύπτει πώς και αυτοί έχουν τις αδυναμίες τους, τα ξεσπάσματά τους. Ομως, σε αντίθεση με τους κοινούς θνητούς, οι ηγέτες διατηρούν την ιδιαίτερη φύση τους. Επιδεικνύουν όλα τα σημεία του καθημερινού ανθρώπου, αλλά ο «θεός» παραμένει μέσα τους, παρά τις πεζές τους όψεις, ίσως ακριβώς λόγω αυτών. Τα σαρδάμ δεν τους εμποδίζουν να ανέβουν και πάλι στην ουράνια διαμονή τους. Ο συνδυασμός πεζότητας και αίγλης, «κοινού» και «σπάνιου», δημιουργεί μιαν αντίφαση, που καταλήγει υπέρ των υψηλών γκαφατζήδων. Οι ξεκαρδιστικές πτυχές ενός ατοπήματος δεν αφαιρούν τον πυρήνα του «ξεχωριστού πλάσματος». Ναι μεν «δρυός πεσούσης» επέρχεται ομαδική ευφροσύνη και ευδαιμονία, διότι και η χαιρεκακία είναι μια από τις μορφές της λύτρωσης, ωστόσο ακόμη και ο αυτοεξευτελισμός καταλήγει αναφαίρετο δικαίωμά τους. Δεν παύουν να είναι τα πρόσωπα που κατέχουν την κυβερνητική εξουσία, την ικανότητα να πείθουν, να διαπραγματεύονται, να καθοδηγούν. Ο πολιτικός είναι διαρκώς στο προσκήνιο, έχει το δεσμείν και το λύειν, και καμία γκάφα δεν αφαιρεί την επιρροή τουλάχιστον πάνω στους οπαδούς του.
Έπειτα, η συναισθηματική μέθεξη διά μέσου του πολιτικού θεάματος κρατάει τους πολίτες σε μια απόσταση ασφαλείας από τους ηγέτες τους. Αλλού βρίσκεται το βάθρο κι αλλού η πλατεία. Δική τους δικαιοδοσία η διαχείριση των κοινών υποθέσεων, των ψηφοφόρων ο ρόλος να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα, με θαυμασμό ή με οργή, αδιακρίτως. Αυτός ο διαχωρισμός ουρανού και γης διατηρεί εντέλει αλώβητη την ηγετική εικόνα. Η σκόνη και η στάχτη, όχι των σαρδάμ, των έργων είναι που θα σηκωθούν για να αποκλείσουν τις διεξόδους του χρόνου, τις πύλες του ονείρου, να πνίξουν ό,τι φύεται μέσα στη θέρμη της ψευδαίσθησης.
Της Τασούλας Καραϊσκάκη (από τη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)