Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Ρατσισμός

Ο αστικός μετασχηματισμός της Αθήνας και η παρακμή του ιστορικού κέντρου

Η υποβάθμιση και συνακόλουθη παρακμή συγκεκριμένων οικιστικών ζωνών εντός ενός αστικού κέντρου αποτελεί συχνά μια αναπόφευκτη εξέλιξη και μια διαδικασία σχεδόν φυσική κατά τη μεταλλαγή των επιμέρους λειτουργιών της πόλης και της κοινωνικής κινητικότητας των κατοίκων, δύο διεργασιών, οι οποίες με τον τρόπο τους επαναπροσδιορίζουν τις χωρικές αναφορές και νοηματοδοτήσεις στο εσωτερικό ενός αστικού κέντρου. Στην περίπτωση της Αθήνας, ωστόσο, παρατηρείται μια αρνητική ιδιοτυπία, καθώς οι ζώνες αυτές, στις οποίες παρατηρείται η παρακμή, ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με το ίδιο το ιστορικό κέντρο. Το κέντρο των Αθηνών, δηλαδή, αποτελεί μια περιοχή, η οποία, αντί να αποτελεί μια δυναμική εστία κινητικότητας ανθρώπων και υπηρεσιών, ένα ιστορικό-επιχειρηματικό κέντρο, έχει εκπέσει σε ζώνη μειωμένης οικονομικής απόδοσης και οικιστικής υποβάθμισης, η οποία σε κάθε περίπτωση αδυνατεί να παρακολουθήσει τον απαιτούμενο ρυθμό της οικονομικής και οικιστικής ανάπτυξης.
Η Αθήνα, πράγματι, είναι από τις ελάχιστες πρωτεύουσες στην Ευρώπη, οι οποίες βιώνουν σταθερά τα τελευταία έτη την παρακμή -οικονομική, πολιτισμική, ακόμη και δημογραφική- του ιστορικού τους κέντρου. Η οικιστική απομάκρυνση των κατοίκων λόγω της έντονης ανασφάλειας και της αυξημένης εγκληματικότητας, η οποία επικρατεί στο ιστορικό κέντρο, η παρεμπόδιση των αστικών συγκοινωνιών από συχνές απεργιακές κινητοποιήσεις, η δημιουργία πρωτογενών εθνοτικών περιχαρακώσεων σε σημεία του ιστορικού κέντρου, όπου, μάλιστα, αναπαράγεται ένα πρότυπο παραοικονομίας και διαφυγόντων για το κράτος οικονομικών κερδών, αποτελούν παράγοντες, οι οποίοι συμβάλλουν στην περαιτέρω υποβάθμιση του Κέντρου.
Η κινητικότητα των ατόμων και των επιμέρους λειτουργιών εντός του αστικού χώρου προκαλεί τη σχετική παρακμή ορισμένων αστικών ζωνών, καθώς μεταβάλλεται η χρηστική λειτουργία τους και η εισροή ατόμων και οικονομικών προσόδων, στοιχεία, τα οποία συντελούν στην περαιτέρω αναβάθμιση των περιοχών αυτών. Η παρακμή συγκεκριμένων αστικών ζωνών συνδέεται με την ύπαρξη διαφορετικών ρυθμών αστικού μετασχηματισμού και κατά συνέπεια με τη διαφοροποίηση στην οικονομική ανάπτυξη μεταξύ των περιοχών της πόλης.
Η Αθήνα φαίνεται να διαθέτει περιοχές, οι οποίες λόγω της σχετικής υποβάθμισής τους καταλήγουν να θυμίζουν άμορφες ζώνες. Οι ζώνες αυτές δεν απαντούν, ωστόσο, στην περιφέρεια της Αθήνας, όπως συμβαίνει σε άλλα αστικά κέντρα, τα οποία βρίσκονται σε μια μεταβατική φάση αστικού μετασχηματισμού, αλλά στο ίδιο το εσωτερικό της και μάλιστα στο ιστορικό της κέντρο. Κατά συνέπεια στην περίπτωση της Αθήνας η αναγκαιότητα του επανασχεδιασμού και της οικιστικής και ευρύτερης χωροταξικής ανάπλασης αφορά το ίδιο το ιστορικό κέντρο, στοιχείο που εντείνει τον επιτακτικό χαρακτήρα του επανασχεδιασμού.
Ο επανασχεδιασμός αυτός οφείλει, πάντως, να μην είναι απλώς μεσοπρόθεσμης υφής, αλλά να ενσωματώνει την προοπτική της μακροπρόθεσμης αναβάθμισης του ιστορικού κέντρου και να συνυπολογίζει ενδεχόμενες μελλοντικές εντάσεις ανάμεσα στις λειτουργίες των τμημάτων του ιστορικού κέντρου. Η παροχή κινήτρων για την αποκατάσταση των κτισμάτων του κέντρου -όχι μόνον των ιστορικής αξίας, αλλά και οικονομικής, όπως ξενοδοχεία και διάφορες επιχειρήσεις- η επιδότηση ενοικίου σε νεαρά ζευγάρια, αλλά και σε επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούν έναν σημαντικό αριθμό εργαζομένων, αποτελούν απλώς μερικά από τα στοιχειώδη διοικητικού χαρακτήρα μέτρα, τα οποία θα συνέβαλαν στον επιτυχή μετασχηματισμό του κέντρου των Αθηνών.
Του Ιωαννη Κωτουλα

Τρομοκρατία

11/9. Δέκα χρόνια αργότερα

Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 επηρέασε την πορεία των ΗΠΑ πέρα από κάθε φαντασίωση των τρομοκρατών που έριξαν τα αεροπλάνα με τους επιβάτες τους πάνω στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης και το Πεντάγωνο της Ουάσιγκτον. Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές ήταν υψηλό από τα τρία πλήγματα, όμως ο αντίκτυπος στην αμερικανική κοινή γνώμη ξεπέρασε κατά πολύ το μέγεθος της πραγματικής ζημιάς από την τρομοκρατική ενέργεια.
Επί δύο τετραετίες το γεγονός έγινε αντικείμενο συστηματικής εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση Μπους και τον επιτελικό επί της προπαγάνδας, Karl Rove, ώστε να εξασφαλιστεί η επανεκλογή ενός από τους πλέον ανίκανους προέδρους της χώρας αυτής. O Μπους κατάφερε σε μικρό διάστημα να εμπλέξει τις ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με τους παραπλανητικούς ισχυρισμούς και των νεοσυντηρητικών συμμάχων του και να υπονομεύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας του με τον διαβόητο «Νόμο των Πατριωτών» και τη δημιουργία φυλακών εκτός αμερικανικής νομοθεσίας στο Γκουαντάναμο της Κούβας. Αφησε φεύγοντας το μεγαλύτερο έλλειμμα στην Ιστορία των ΗΠΑ, ενώ είχε παραλάβει από τον προκάτοχο του, Μπιλ Κλίντον, πλεόνασμα στον προϋπολογισμό.
Το πλήγμα της 11/9 εξέτρεψε την προσοχή των Αμερικανών από τα δομικά και μακροχρόνια προβλήματα της χώρας τους, ώστε να βρεθούν απροετοίμαστοι όταν η οικονομική κρίση εκδηλώθηκε επτά χρόνια αργότερα.
Το τρομοκρατικό γεγονός που έφερε για πρώτη φορά από το 1812 τον εχθρό μέσα στην αμερικανική επικράτεια, προκάλεσε στην κοινωνία των ΗΠΑ μια αντίληψη κοινότητας που οι πολίτες της δεν είχαν γνωρίσει από τα χρόνια των μεγάλων πολέμων. Στο ερώτημα «γιατί μας χτυπούν;», η απάντηση της κυβέρνησης Μπους ήταν «γιατί μισούν την αρετή και τη δημοκρατία μας». Από τη βεβαιότητα αυτής της ηθικής υπεροχής αναπτύχθηκε σταδιακά η νέα εκδοχή του εγχώριου λαϊκισμού των «πάρτι του τσαγιού». Πρόκειται ίσως για την πιο προβληματική εκτροπή από την κοινή λογική που γνώρισαν οι Αμερικανοί από την εποχή του μακαρθισμού. Ο λαϊκισμός αυτός εμπνέεται από την παραδοσιακή εμπιστοσύνη στην αυθεντία του μέσου ανθρώπου, ο οποίος θεωρεί τη γνώση περιττή ενώπιον της θείας επιφοιτήσεως. Ο μεγάλος κίνδυνος, κατά τους οπαδούς των «πάρτι του τσαγιού», προέρχεται από το απειλητικό για τις ελευθερίες των Αμερικανών κεντρικό κράτος στην Ουάσιγκτον.
Ο φρόνιμος μεταπολεμικός χειρισμός των νικητών και των ηττημένων της Ευρώπης από τις αμερικανικές κυβερνήσεις, διέψευσε τη σκοτεινή προφητεία του Γερμανού οραματιστή Οσβαλντ Σπέγκλερ ότι ο δυτικός κόσμος βρισκόταν σε πλήρη παρακμή από το 1920. Από την άλλη μεριά η απειλή του ανατολικού συνασπισμού ένωσε τις χώρες της δυτικής Ευρώπης υπό την οικονομική και στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ και οι δυτικοί λαοί γνώρισαν την πιο παρατεταμένη περίοδο ειρήνης και ευημερίας στην Ιστορία τους.
Ομως οι χρυσές εποχές στην Ιστορία δεν διαρκούν αιώνια και αλίμονο σε όσους δεν προετοιμάζονται για την περίοδο των ισχνών αγελάδων. Καθώς το υψηλό επίπεδο της ζωής των Δυτικών ανθρώπων ανέβαζε το κόστος των προϊόντων και των υπηρεσιών τους, οι δυτικές επιχειρήσεις αναζητούσαν συμπίεση του κόστους στον τρίτο κόσμο της Ασίας. Το αποτέλεσμα ήταν η διαρκής έξοδος κεφαλαίων από τον πρώτο στον τρίτο κόσμο.
Οταν κατέρρευσε το σύστημα του μαρξισμού - λενινισμού ο δυτικός τρόπος παραγωγής γνώρισε τον ειρηνικό του θρίαμβο και η Ιστορία, κατά τον Αμερικανό φιλόσοφο Φουκουγιάμα, έφτασε επιτέλους στην τελείωσή της μέσα από την κατίσχυση του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Ομως η απουσία του κοινού εχθρού προκάλεσε και τις πρώτες ρήξεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ε.Ε.
Από το τέλος κιόλας του υπαρκτού σοσιαλισμού ο καθηγητής του Harvard, Samuel Huntington, είχε βγει σε αναζήτηση νέων αντιπάλων που θα συσπείρωναν τον δυτικό κόσμο και θα επιβεβαίωναν την παγκόσμια αποστολή των ΗΠΑ. Πίστεψε ότι τους βρήκε στην περίφημη «Σύγκρουση των Πολιτισμών». Ετσι το ολοκληρωτικό Ισλάμ φάνηκε προς στιγμήν ότι θα γινόταν ο αντικαταστάτης της κομμουνιστικής απειλής. Ομως η κατασκευή αυτού του αντιπάλου μέσα από ένα αδύναμο τριτοκοσμικό περιβάλλον, δεν αποδείχθηκε αξιόπιστο εγχείρημα.
Αντίθετα, η πεποίθηση του μέσου Αμερικανού στις μαγικές δυνάμεις της αγοράς, παρά τις αποτυχίες της ρεπουμπλικανικής οκταετίας, αποτελούν κατά τον αποβιώσαντα ιστορικό Toni Judt μια νέα «διανοητική υποδούλωση». Η βαθύτατη πεποίθηση των λαϊκών Αμερικανών των κεντρικών και νότιων Πολιτειών της βόρειας Αμερικής ότι η χώρα τους αποτελεί την μοναδική εγγύηση για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία στον κόσμο, οφείλει χάριτες στους τρομοκράτες της 11/9 του 2001.
Του Θανου Βερεμη

Παιδεία -εκπαίδευση

Αντικοινωνικές μειοψηφίες

Η δήλωση του εκλεκτού νεοελληνιστή Αλέξη Πολίτη, που κοινοποίησε την Πέμπτη στους αναγνώστες της «Καθημερινής» ο Στέφανος Κασιμάτης, θέτει ένα μεγάλο θέμα που αξίζει, πιστεύω, περισσότερη συζήτηση.
Ο κ. Πολίτης απευθύνεται προς «όλα τα μέλη του Τμήματος Φιλολογίας (του Πανεπιστημίου Κρήτης), διδάσκοντες, φοιτητές, διοικητικούς», αλλά αποδέκτες αξίζει να γίνουμε, νομίζω, όλοι. Το περιστατικό που καταγγέλλει είναι το εξής: στις 7 Σεπτεμβρίου, ενώ πήγαινε στο πανεπιστήμιο με σκοπό να εξετάσει για ένα μάθημά του, τον σταμάτησαν κάποιοι φοιτητές και τον ρώτησαν ποιος είναι και πού πάει, πληροφορώντας τον ότι, σύμφωνα με απόφασή τους, δεν θα γίνουν οι προγραμματισμένες για εκείνη τη μέρα εξετάσεις. Ο καθηγητής, σωστά, αρνήθηκε να διαπραγματευθεί με παντελώς αναρμοδίους την είσοδό του στο πανεπιστήμιο. Μα σαν να μην του έφτανε, του ανθρώπου, τέτοια δόση τραμπουκισμού, του τηλεφώνησε σε λίγο μια φοιτήτρια, να του πει ότι θα «του επιτρέψουν να εξετάσει μόνο όσους φοιτητές είναι επί πτυχίω». Ο κ. Πολίτης, δίκαια οργισμένος, είπε στην (εκτός των άλλων χαρακτηριστικών της) ανάγωγη νεαρή ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να αποφασίζει ποιος θα δώσει εξετάσει και ποιος όχι.
Ενα τέτοιο περιστατικό, αλίμονο, δεν είναι είδηση στη σημερινή Ελλάδα. Το να δίνουν οι φοιτητοπατέρες διαταγές στους καθηγητές τους, και να αποφασίζουν αν θα δώσουν οι συνάδελφοί τους εξετάσεις, είναι δυστυχώς ο κανόνας, και όχι η εξαίρεση, στα εξαθλιωμένα πανεπιστήμιά μας, όπως άλλωστε τόσα παρόμοια στον τόπο μας: να αποφασίζουν οι ταξιτζήδες αν θα πάμε στο αεροδρόμιο, οι τρακτερατζήδες αν θα πάμε εκδρομή, οι συμβασιούχοι αν θα κάνουμε ιατρικές εξετάσεις, κ.λπ. Είδηση είναι η στάση του καθηγητή, η άρνηση να αποδεχθεί την αντικοινωνική παρέμβαση με το συνηθισμένο, κουρασμένο νεοελληνικό «ε, τι να κάνουμε, αυτά είναι τα χάλια μας», καθώς και η πράξη του να την καταγγείλει.
Στο βιβλίο του «Ρομαντικά Χρόνια, Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880» (εκδόσεις Μνήμων), ο Αλέξης Πολίτης αναλύει, μεταξύ άλλων, μια αποκαλυπτική όψη της ελληνικής κοινωνίας στον δέκατο ένατο αιώνα, έναν αιώνα που, όπως λέει, «είναι ο πατέρας μας». Συγκεκριμένα, διαπιστώνει ότι στο νεαρό ελληνικό κράτος βρίσκουμε δραστηριότητα σε δύο επίπεδα, το πολύ μεγάλο, το εθνικό, και το πολύ μικρό, το ιδιωτικό. Λείπει το μέσο.
Οπως γράφει: «Δε συναντάμε “μερικά” συμφέροντα, “μερικές” απόψεις, δηλαδή ομάδες που να εκφράζουν ένα μέρος της κοινωνίας». Και αυτό, επισημαίνει ορθά, είναι καίριο πρόβλημα, που εμποδίζει τη νεαρή μας κοινωνία να προχωρήσει δημιουργικά, να λύσει τα προβλήματά της. Ισως όμως, σκέφτομαι εγώ, η πρώιμη αυτή υστέρηση να κρύβει και το κλειδί σε παθολογίες της λειτουργίας κάποιων οργανωμένων “μερικών” απόψεων, όταν εμφανίστηκαν, αργότερα, ιδεολογικών συνδέσμων, σωματείων ή συνδικάτων. Γιατί τέτοιες μερικότητες σίγουρα έπαιξαν μεγάλο ρόλο στον εικοστό αιώνα -κι όχι πάντα για καλό- με προεξάρχουσες δύο που επηρέασαν καθοριστικά την Ιστορία μας: τις στρατιωτικές οργανώσεις και το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Κι ίσως το πρόβλημα της σωστής λειτουργίας της «μερικότητας» πάει ώς σήμερα, σε μια μεταδικτατορική Ελλάδα που είναι με κάποια έννοια «η κοινωνία των οργανωμένων μειοψηφιών», με κυρίαρχες ανάμεσά τους τα πολιτικά κόμματα, όχι τόσο γιατί είναι τα ίδια οργανωμένες μειοψηφίες -αυτό είναι στη φύση τους, στο κάτω κάτω- αλλά γιατί άγονται και φέρονται από μικρότερες μειοψηφίες, συντεχνιακές ή τοπικές, που πλέον τα καθοδηγούν.
Οι συχνά αδιαπραγμάτευτα ιδιοτελείς, κοινωνικά ναρκισσιστικές, οργανωμένες μειοψηφίες, διαδραματίζουν ολέθριο ρόλο στη ζωή μας. Ο συνδυασμός της ανηλεούς δράσης τους με την απουσία του υγιούς αντισταθμίσματος, δηλαδή θετικών πολιτικών οραμάτων, υποστηριγμένων με την πράξη, λειτουργικού κράτους και εύρυθμων θεσμών, είναι ο χημικός τύπος της κρίσης που πλήττει τώρα τον τόπο, οδηγώντας μας με ξέφρενο ρυθμό, και ελαχιστότατες πια πιθανότητες αποτροπής, στην καταστροφή.
Ομως υπάρχουν και τα καλά νέα. Στον αδιάκοπο πόλεμο των οργανωμένων μειοψηφιών που αποφασίζουν πριν από μας, για μας, όπως αυτών όπου ανήκουν οι φοιτητοπατέρες που «κάνουν πόρτα» στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ορίζοντας ποιος θα δώσει εξετάσεις, και ποιος όχι, η αντίδραση του κ. Πολίτη, μικρή και ξεκάθαρη, μας δείχνει το μόνο αντίδοτο.
Με την απλή, αλλά δημόσια καταγγελία του αίσχους, ο καθηγητής διασώζει την τιμή αμέτρητων συναδέλφων του που έχουν πέσει τόσα χρόνια σε κατάσταση κατατονικής αποχαύνωσης, και δίνει το άλλο παράδειγμα που χρειάζεται η πανεπιστημιακή κοινότητα, το καλό αντι-παράδειγμα στις ελεεινότητες κάποιων πρυτάνεων και στην απραξία των πολλών, διδασκόντων, φοιτητών και διοικητικών (αλλά και γονέων, και φορολογουμένων, που πληρώνουμε για τα μαύρα χάλια αυτής της Παιδείας), που τόσα χρόνια παρατηρούμε βουβοί την καταστροφή των πανεπιστημίων από μερικούς ασυνείδητους καθηγητές, που ενεργούν με μόνο οδηγό προσωπικά, παρεΐστικα και κομματικά συμφέροντα, και κάποιους θρασείς νεοσσούς κομματάρχες, που αρχίζουν την καριέρα τους στη δημόσια ζωή στο φυσικό πλέον φυτώριο της σάπιας πολιτικής μας τάξης, τις πανάθλιες φοιτητικές νεολαίες.
Σε κάθε τομέα της κοινής μας ζωής, ας μιμηθούμε το καλό παράδειγμα του Αλέξη Πολίτη: να καταγγέλλουμε κάθε πράξη αντικοινωνικής βίας, της κάθε αντιδημοκρατικής μειοψηφίας. Ετσι κάνουν οι καλοί πολίτες.
Tου Απόστολου Δοξιάδη

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ Το ανακουφιστικό τίποτε

Δεν πρόκειται για κάτι πρωτόγνωρο. Ολοι μας το έχουμε δει λίγες ή πολλές φορές, αποκλείεται έστω και ένας να μην το έχει προσέξει για μία μόνο φορά. Ο ταλαιπωρημένος άντρας, με τα πολλά γένια και τα βαριά ρούχα, μέσα στο κατακαλόκαιρο, σε βαθμό που δεν μπορούσες να διακρίνεις αν ήταν αλλοδαπός ή ιθαγενής, ανέσυρε από το δοχείο απορριμμάτων, γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Σόλωνος, ένα πλαστικό μπουκαλάκι νερού. Φαινόταν άδειο, ακόμη και αν ήσουνα κοντά, όποιος όμως πρόσεχε λίγο καλύτερα, θα παρατηρούσε πως στο βάθος του είχαν απομείνει δυο δάχτυλα νερό. Για κάποιον που το λιγοστό, το ελάχιστο αυτό νερό ήταν αχρείαστο, για κάποιον άλλο άρκεσε όχι μόνο να βρέξει λίγο το στόμα του αλλά να δροσίσει και το πρόσωπό του.
Μένεις άναυδος όχι τόσο με την τρομερή καθαυτό πράξη να ψάχνει κανείς στα σκουπίδια, αλλά με το να μοιράζει το σχεδόν «τίποτε» που βρήκε ώστε να καλύψει δυο ταυτόχρονα ανάγκες του. Και αν θα ήταν δύσκολο να κατανοήσεις την κατάσταση του ταλαιπωρημένου αυτού άντρα, που τον έκανε τόσο ακριβοδίκαιο στη μοιρασιά του ελάχιστου νερού, δεν έχουμε παρά να μεταφέρουμε στο αισθηματικό και στο ηθικό επίπεδο την κίνησή του αυτή, για να αντιληφθούμε πόσο εφευρετικοί γινόμαστε όλοι μας, όταν ταλαιπωρούμαστε, προκειμένου να ανακουφιστούμε.
Το θέμα όμως παραμένει άλλο. Με δυο δάχτυλα νερό ένας άνθρωπος ανακουφίστηκε έστω στιγμιαία, προσωρινά. Ανακουφίστηκε χάρη σε έναν άγνωστό του, που δεν είχε υπολογίσει ότι η αμελητέα για εκείνον κίνηση να πετάξει το μπουκαλάκι με το ελάχιστο νερό, θα είχε για έναν επίσης άγνωστό του ευεργετικά αποτελέσματα. Αλλωστε, αν είχε υπολογίσει ότι το νερό αυτό κάποιος θα το χρειαζόταν, δεν θα το είχε πετάξει στα σκουπίδια, θα το είχε αφήσει εκτεθειμένο να φαίνεται. Δεν θα σκεφτούμε και δεν θα επιμείνουμε στο τρομερό ότι εν αγνοία μας μπορεί να αποδειχθούμε πολύ περισσότερο φιλάνθρωποι απ' ό,τι αν μας το ζητήσουν.
Θα αναρωτηθούμε όμως για κάτι πολύ απλό: τι είναι αυτό που εμποδίζει ώστε μια ερήμην φιλανθρωπία να μετατραπεί σε συνειδητή χωρίς να πάψει να υφίσταται; Να οργανωθεί δηλαδή με έναν τρόπο ώστε χωρίς να στερηθεί ο σταρ ή ο ζάπλουτος το τάνκερ που μεταφέρει θαλασσινό νερό για την πισίνα του, να μη χρειάζεται ένας άλλος να ψάξει στα σκουπίδια για να ξεδιψάσει. Τι μεσολαβεί ώστε το περισσευούμενο, αυτό που έτσι ή αλλιώς θα πεταχτεί, χωρίς διαδικασίες, σαν από ένα θαύμα, που στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια στοιχειώδης βούληση, να μπορεί να συγκεντρωθεί και αυτόματα να προσφερθεί.
Ποιος μηχανισμός, ποιο σύστημα, έχει διαμορφώσει έτσι τα πράγματα ώστε όσο φυσικό μας φαίνεται πρακτικά (το ηθικό στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μετράει) κάποιος να διαθέτει τόνους νερό για απόλαυση, αν και με πολύ λιγότερους θα ήταν το ίδιο ευχαριστημένος, ενώ ένας άλλος να πρέπει να ψάξει στα σκουπίδια για να ξεδιψάσει. Σε συνδυασμό με ακόμη κάτι χειρότερο, χωρίς να έχει υπάρξει πρόθεση κανενός να τον ανακουφίσει.
Αλλά πώς είναι δυνατόν να είναι διαφορετικά τα πράγματα μέσα στον κόσμο και να μην έχουν παγιωθεί σε καθεστώς η αδικία και η στέρηση, αφού εμείς οι ίδιοι που καταγγέλλουμε το περιστατικό φαινόμαστε τόσο επιπόλαιοι. Χρησιμοποιούμε τη λέξη «ευχαριστημένος» για κάποιον που ξοδεύει τόνους νερό και για τον άλλο που ξεδιψάει με δυο δάχτυλα νερό, που τυχαία ανακάλυψε, χρησιμοποιούμε το ρήμα «ανακουφίζεται».
 
Ο Θανάσης Θ. Νιάρχος είναι ποιητής, συνεκδότης του περιοδικού «Η Λέξη»