Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Πολιτική

Οι επτά πληγές του ελληνικού πολιτικού κόσμου

Μοιάζει αστείο, αν και είναι τραγικό. Στη χώρα της «αντι-μνημονιακής συναίνεσης», ένας «μνημονιακός» τεχνοκράτης πρωθυπουργός απολαμβάνει μεγάλα ποσοστά εμπιστοσύνης εκ μέρους των πολιτών, σε αντίθεση με τα μέλη της κυβέρνησής του που προέρχονται από το 80% των αιρετών αντιπροσώπων του Κοινοβουλίου. Γιατί, όμως, η δυσπιστία απέναντι στον πολιτικό κόσμο έχει βαθύνει τόσο; Πρόκειται άραγε για συγκυριακό φαινόμενο ή μήπως η χρεοκοπία έβγαλε στην επιφάνεια ένα βαθύτερο χάσμα;
Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική Δημοκρατία που αντιμετωπίζει αυτού του είδους το πρόβλημα. Και αλλού οι πολίτες θυμώνουν με τους πολιτικούς τους ή γελάνε με αυτούς, ανάλογα τις στιγμές και τα πρόσωπα. Διαισθανόμαστε όμως πως στη χώρα μας η εχθρότητα έναντι του πολιτικού κόσμου είναι γενικευμένη. Αντιλαμβανόμαστε πως η άρνηση αυτή ενέχει τέτοια επιθετικότητα, που αδικεί κατάφωρα, σε αρκετές περιπτώσεις, ανθρώπους.
Η μηδενιστική ετούτη συμπεριφορά έχει πολλές αιτίες. Μία από αυτές σχετίζεται με το συλλογικό στίγμα που εκπέμπει ο πολιτικός κόσμος. Μπορώ συνοπτικά να εντοπίσω επτά αρνητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα σημαντικό τμήμα Ελλήνων πολιτικών:
1. Ο πολιτικός κόσμος έχει ανεπαρκή παιδεία. Πολλοί πολιτικοί της Μεταπολίτευσης αναδείχθηκαν στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων λάμποντας ως συνδικαλιστές, αλλά όχι ως φοιτητές. Εχουν ανεπαρκή εμπειρία φοίτησης υψηλών προδιαγραφών και δείχνουν έλλειψη ενδιαφέροντος για ευρύτερες διανοητικές αναζητήσεις. Ως συνέπεια, σπανίζουν οι πολιτικοί-διανοητές που να μπορούν να διαπαιδαγωγούν και να κατευθύνουν την κοινωνία. Δεν αφθονούν οι πολιτικοί που ο λόγος τους να μην είναι το ρηχό αποτέλεσμα επικοινωνιακών συμβουλών αλλά δημιούργημα μιας συγκροτημένης διάνοιας με εύρος παιδείας και στρατηγική αντίληψη. Στις μέρες μας, οι πολιτικοί όταν δεν μιλούν ξύλινα και ρηχά, εκφράζονται όπως στα καφενεία, ενίοτε δε όπως στα γήπεδα.
2. Ο πολιτικός κόσμος είναι επιπόλαιος διαχειριστής. Ο χειρισμός των θεμάτων δημόσιας πολιτικής δεν είναι, ασφαλώς, εύκολη υπόθεση. Απαιτεί υπευθυνότητα, ειλικρίνεια και επίμονη προσπάθεια. Πολλοί πολιτικοί, όμως, δαπανούν υπερβολικό χρόνο στην τηλεοπτική και δημόσια εικόνα τους, παραγνωρίζοντας την ουσία προς χάριν της δημοσιότητας. Ακόμη και οι ομιλίες τους στη Βουλή είναι γεμάτες εξυπνάδες και κούφια συνθήματα τηλεοπτικού ύφους.
Οι συνέπειες είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού: πρόχειρες και επιπόλαιες παρεμβάσεις στα ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, που προκαλούν σύγχυση και αποδιοργάνωση. Πού αλλού παρατηρείται το φορολογικό χάος της Ελλάδας; Σε πόσες χώρες η εμπρόθεσμη διανομή βιβλίων στα σχολεία αποτελεί μείζoν ζήτημα; Πού αλλού οι νόμοι μένουν στα χαρτιά;
3. Ο πολιτικός κόσμος ρέπει στον επαρχιωτισμό και τον αυτισμό. Οι Ελληνες πολιτικοί εγκλωβίζονται σε ελληνοκεντρικές κοινοτοπίες, αγνοώντας στην πράξη τη δομή και την κουλτούρα του διεθνούς συστήματος. Ενώ αναφέρονται συχνά στον διεθνή παράγοντα, με τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι πολιτικές ηγεσίες δείχνουν να νομίζουν πως ζουν μόνες τους σε αυτό τον πλανήτη. Από το «Οχι στην ΕΟΚ» μέχρι τον διεθνή εξευτελισμό που βιώσαμε στις Κάννες εξαιτίας της «ιδέας» του δημοψηφίσματος, δεν είναι λίγες οι φορές που αναρωτηθήκαμε πώς γίνεται η πολιτική ελίτ να είναι τόσο πολύ «στον κόσμο της»;
4. Ο πολιτικός κόσμος έχει εθιστεί στη μηχανορραφία. Μαθαίνοντας την πολιτική στα φοιτητικά αμφιθέατρα, οι πολιτικοί μας συνήθισαν να την ασκούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να πρυτανεύουν συχνά ο καταφερτζής και ο πονηρός. Αντιμετωπίζοντας, όμως, τα δημόσια πράγματα όπως ένα χαρτοπαίγνιο όπου ο καθένας πάει να ξεγελάσει τους υπόλοιπους, οι πολιτικοί συμβάλλουν στην υπονόμευση και στην απονομιμοποίηση των δημοκρατικών θεσμών. Ο εθισμός στη μηχανορραφία και στον τακτικισμό επιτρέπει στην ελληνική πολιτική τάξη τις οβιδιακές μεταμορφώσεις, το «είπα-ξείπα». Οι Ελληνες πολιτικοί δεν ενοχλούνται με όλα αυτά, καθώς τα θεωρούν δείγμα πολιτικής ευφυΐας.
5. Ο πολιτικός κόσμος είναι άτολμος. Είναι αντικείμενο χρόνιου και ευρύτατου σχολιασμού από τους πολίτες η αξιοθρήνητη φοβία που δείχνουν οι πολιτικοί μπροστά στο πολιτικό κόστος. Η φοβία αυτή έχει φτάσει σε τέτοια όρια, ώστε ενώ το κράτος καταρρέει και η χώρα βαδίζει προς την άβυσσο, καμία σοβαρή μεταρρύθμιση δεν προχωράει, καμία αλλαγή δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Το χειρότερο είναι πως οι διάφορες ομάδες συμφερόντων έχουν αντιληφθεί πως οι πολιτικοί, όταν αντιμετωπίζουν «νταηλίκι», τρέπονται σε άτακτη φυγή, και επενδύουν πάνω σε αυτό για ίδιον όφελος.
6. Ο πολιτικός κόσμος έχει εθιστεί στη σπατάλη και τις πελατειακές σχέσεις. Ξοδεύοντας ασύστολα χρήματα σε ένα σωρό άχρηστες πολυτέλειες, οι Eλληνες πολιτικοί έχουν μάθει να κάνουν πολιτική με σπατάλες προκειμένου να συλλέξουν ευκολότερα ψήφους. Οι πελατειακές σχέσεις αποτελούν την πλέον χτυπητή απόδειξη αυτής της πρακτικής των πολιτικών να αντιμετωπίζουν τους δημόσιους πόρους ως ανεξάντλητους και για ιδία χρήση.
7. Το πολιτικό προσωπικό είναι εγωκεντρικό. Εντέλει, πάνω πάνω στην ατζέντα αρκετών πολιτικών υπάρχει ο εαυτός τους, η καριέρα τους. Πρόκειται για έναν ναρκισσισμό που σε κάποιες περιπτώσεις αγγίζει την παθολογία. Προτεραιότητά τους είναι η ικανοποίηση της εξουσιαστικής τους βουλιμίας, μιας ακόρεστης τάσης τροφοδότησης του εγώ. Δυστυχώς, στη δική τους συνείδηση η χώρα μπορεί να περιμένει.

Toυ Νίκου Μαραντζίδη,  αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Eιρήνη - Πόλεμος


Απόσπασμα από   <<Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα>> Αλέξης Σταμάτης
  «Έχουν γίνει πόλεμοι εδώ;»
«Όχι, κανένας πόλεμος εδώ κι εκατόν πενήντα-διακόσια χρόνια. Αυτό με τα όπλα    είναι παράδοση. Τον πόλεμο εγώ τον έζησα στην ανατολική Ευρώπη, στα Βαλκάνια...»
«Είπες πως ήσουν στη Γιουγκοσλαβία... Θα είδες πράγματα...»
«Φοβερά... Απίστευτες αγριότητες. Μπορώ να σου μιλάω ώρες... Ένα όμως δε θα ξεχάσω ποτέ». Έκανε μια παύση. «Θες να σου πω; Δεν είναι κι από τις ωραιότερες ιστορίες...»
Η Λήδα ένευσε καταφατικά.
«Είχα βρεθεί σ' ένα εγκαταλειμμένο χωριό. Ακολου­θούσα το τάγμα μιας παράταξης που είχε καταφύγει ε­κεί. Είχαμε περπατήσει τρεις μέρες και τα τρόφιμα τε­λείωναν. Ήμουν αποκλεισμένος, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς καμία επικοινωνία με την εφημερίδα, με τον υπόλοιπο κό­σμο, με τίποτα. Η μοίρα τους ήταν η μοίρα μου. Με το που πατήσαμε το πόδι μας στο χωριό δεχτήκαμε μαζική επίθεση από τον αέρα. Εγώ ήμουν στην πλατεία του χω­ριού μ' έναν νεαρό λοχία. Όταν είδαμε τα βομβαρδιστικά να πλησιάζουν τρέξαμε σαν τρελοί μπήκαμε στο πρώτο σπίτι που βρήκαμε μπροστά μας. Ήμασταν τυχεροί είχε υπόγειο. Ο Ντάρκο άνοιξε την καταπακτή. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε μια απότομη ξύλινη σκάλα. Στο βάθος υ­πήρχε ένα μικρό φωτάκι, αλλά δεν μπορούσα να διακρί­νω τι γινόταν μέσα. Ξαφνικά, στα δεξιά μας, πολύ κοντά, είδα μια λάμψη" ταυτόχρονα ακούστηκε ένας κρότος, ύ­στερα κι άλλος, κι ένας τρίτος. Πυροβολισμοί. Ο Ντάρκο έπεσε. Εγώ έκανα ένα σάλτο αριστερά. Είδα έναν ίσκιο που κινήθηκε προς το μέρος μου. Έπεσα πάνω του. Ένα πιστόλι τινάχτηκε μακριά. Παλέψαμε για λίγο ήταν πο­λύ αδύναμος. Κάτι υποψιάστηκα όμως. Πήδηξα πάνω του κι όταν ακινητοποίησα τα χέρια του, κοίταξα το πρό­σωπο του και βεβαιώθηκα. Ήταν γυναίκα, κοπέλα μάλ­λον, καμιά εικοσαριά χρονών, ξανθιά" πολύ λεπτή. Το πρό­σωπο της ήταν βρόμικο, γρατσουνισμένο, τα χείλη της σκασμένα. Ο Ντάρκο κειτόταν πλάι μου. Πήρα το πι­στόλι του, ύστερα τις χειροπέδες του" τις έβαλα στην κο­πέλα. Εκείνη με κοίταζε τρομαγμένα, το κεφάλι της κου­νιόταν πέρα δώθε. Ξαναγύρισα στον Ντάρκο. Του γύρισα το πρόσωπο στο φως κι έπιασα το σφυγμό του. Ήταν νε­κρός. Εκείνη τη στιγμή η κοπέλα έβγαλε μια φοβερή κραυγή που αντήχησε σ' όλο το υπόγειο. "Ντάρκο! Όχι!!!" κι άρχισε να κλαίει σπαρακτικά. Την έψαξα, δεν είχε άλ­λο όπλο, της έβγαλα τις χειροπέδες. Τότε η κοπέλα έπε­σε πάνω στον νεκρό και τον αγκάλιασε. Κράτησε το πρό­σωπο του στα χέρια της κι άρχισε να τον φιλάει ασταμά­τητα. Από πάνω άκουγα εκρήξεις... Η αεροπορία ισοπέ­δωνε το χωριό. "Ντάρκο, Ντάρκο" φώναζε συνέχεια η κο­πέλα. Τη ρώτησα τι συμβαίνει, πού τον ήξερε. Γύρισε το πρόσωπο της, ένα φίνο γιουγκοσλάβικο πρόσωπο, και εί­πε, τρέμοντας: "Με λένε Μπένγκα Γιάνκοβιτς. Ο Ντάρ­κο είναι ο αδερφός μου". Μείναμε τρεις ώρες στο υπόγειο. Η Μπένγκα, ο νεκρός Ντάρκο, κι εγώ. Μέσα από κραυ­γές και κλάματα μου είπε ολόκληρη τη ζωή της. Από την οικογένεια της δεν είχε απομείνει κανείς. Εκείνη κι ο Ντάρκο ήταν οι τελευταίοι. "Σπούδαζε πιάνο, ήταν με­γάλο ταλέντο" μου είπε. Ο θόρυβος από πάνω κάποια στιγμή σταμάτησε. Περίμενα μισή ώρα κι ύστερα απο­φάσισα να δω τι γίνεται. Άρχισα να ανεβαίνω τη σκάλα για ν' ανοίξω την καταπακτή, κι είχα φτάσει στο τελευ­ταίο σκαλοπάτι, όταν άκουσα πίσω μου έναν πυροβολι­σμό. Είχε τινάξει τα μυαλά της με το πιστόλι του Ντάρ­κο. Έπεσε πάνω του" έγιναν ένα κουβάρι. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα πλέον. Ανέβηκα με προσοχή. Το χωριό δεν υπήρχε πια. Νεκροί παντού. Ένα επίπεδο τοπίο γεμάτο πτώματα. Ξανακατέβηκα στο υπόγειο, πήρα τη μηχανή μου και φωτογράφισα τον Ντάρκο με την Μπένγκα. Ένα κουβάρι. Αυτή η φωτογραφία πήρε διεθνές βραβείο...»