Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Aθλητισμός


Από την «παράγκα» στα στημένα παιχνίδια

Οταν οι αγαπημένες ομάδες-θεσμοί των φιλάθλων γίνονται απλά οχήματα, που αποσκοπούν σε παράνομα κέρδη μέσω στοιχημάτων
Tου Αλεξανδρου Kιτροεφ*
Το σκάνδαλο των στημένων που συγκλονίζει το ελληνικό ποδόσφαιρο υπομονεύει κάτι παραπάνω από τη νομιμότητα. Απειλεί τη σχέση μας με τον αθλητισμό, που περιέχει δύο βασικά στοιχεία: τη συγκίνηση που προκαλεί ο αθλητικός ανταγωνισμός επί ίσοις καθώς και τη σύνδεσή μας με κάποια ομάδα που εκφράζει, έστω και συμβολικά, την ταυτότητά μας.
Με πρώτο τον μεσαιωνιστή ιστορικό Johan Huizinga, πολλοί μελετητές έχουν υπογραμμίσει τη γοητεία του ανταγωνισμού και τη συγκίνηση που προκαλεί η υπέρτατη αθλητική επίδοση που οδηγεί στο βάθρο του νικητή. Ο αθλητικός ανταγωνισμός ήταν συστατικό στοιχείο όχι μόνο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού αλλά και των Κινέζων, των Μάγια στην Κεντρική Αμερική, των ιθαγενών στη Βόρεια Αμερική και πολλών άλλων. Και δεν είναι τυχαίο πως σε όλες αυτές τις περιπτώσεις συνδεόταν άμεσα με τη θρησκεία και άλλες αξίες.
Το δεύτερο στοιχείο που απειλείται είναι η ταύτιση με μία συγκεκριμένη ομάδα. Ισως επειδή πρόκειται για μια μικρή σχετικά χώρα, οι ακαδημαϊκοί μελετητές του αθλητισμού αγνοούν τον βαθμό στον οποίο τα μεγάλα ποδοσφαιρικά σωματεία μας εκπροσωπούν συγκεκριμένες συλλογικές ταυτότητες, έστω και συμβολικά. Ετσι λοιπόν, όταν μιλούν για την αντιστοιχία πολιτικο-κοινωνικών συνειδήσεων και οπαδικών επιλογών, μιλούν για περισσότερο γνωστές, ποδοσφαιρικά τουλάχιστον, χώρες όπως την Αργεντινή, την Ισπανία και τη Σκωτία.
Εάν ασχοληθούν ποτέ με την Ελλάδα, θα εκπλαγούν ίσως με την ύπαρξη πολλών ανάλογων αντιστοιχιών. Εχουμε συλλόγους που ταυτίζονται με διάφορες κοινωνικές κατηγορίες, όπως για παράδειγμα την ευρωπαϊκή μας υπόσταση, το λαϊκό μας πρόσωπο, την (πολλαπλή μας) προσφυγική κληρονομιά, ή απλώς την πόλη μας. Και μένουμε πιστοί στην επιλογή μας στους καλούς και τους δύσκολους καιρούς, διότι πρόκειται για ταυτότητα, όχι μέσο αυτοπροβολής η πλουτισμού. Τονίζουμε συχνά πως η χώρα μας πάσχει από έλλειψη θεσμών στους χώρους της Δικαιοσύνης, της κοινωνίας και ιδίως της πολιτικής. Αλλά ποιος αμφισβητεί τον συμβολικό θεσμικό ρόλο που παίζουν οι μεγάλες ομάδες στην καθημερινή μας ζωή; Ολοι λίγο έως πολύ έχουν κάποια προτίμηση, και αλίμονο στις οικογένειες που έχουν διαφορετικές επιλογές.
Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η διεθνής συγκυρία δημιούργησε σημαντικές ευκαιρίες πλουτισμού στον χώρο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Η υπόθεση «Μπόσμαν» απελευθέρωσε την ευρωπαϊκή αγορά ποδοσφαιριστών κι έτσι ελληνικά σωματεία ήταν σε θέση να πουλήσουν τους καλύτερους ποδοσφαιριστές τους σε δυτικοευρωπαϊκούς συλλόγους και παράλληλα να αποκτήσουν ξένους σε τιμές ευκαιρίας. Η τηλεοπτική αγορά ελευθερώθηκε κι αυτή και το ποδόσφαιρο έγινε θέαμα και ψυχαγωγία, με μεγάλα έσοδα για τις ομάδες. Τα παλιά στάδια ανακαινίστηκαν και άλλα κατάλοιπα του παρελθόντος όπως ο περιβόητος αγγλικός οπαδικός χουλιγκανισμός πατάχθηκαν πάραυτα.
Ευκαιρίες πλουτισμού
Μέχρι εκείνη την στιγμή το επαγγελματικό πρωτάθλημα μετρούσε περίπου δεκαπέντε χρόνια στην Ελλάδα, και συγκριτικά με την προβληματική δεκαετία του 1970 λειτουργούσε πάνω-κάτω ικανοποιητικά. Οι σύλλογοι έγιναν Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες (ΠΑΕ) και πέρασαν από τα χέρια της παλιάς αστικής τάξης και παλαιών αθλητών (π. χ. Ανδριανόπουλος στον Ολυμπιακό, Μαρόπουλος στην ΑΕΚ, Νικολαΐδης στον Παναθηναϊκό) σε αυτά των αναδυόμενων επιχειρηματιών.
Οι ΠΑΕ ήσαν μεν επιχειρήσεις πλέον, αλλά λειτουργούσαν ως προσωποπαγείς οργανισμοί. Και δεν ήταν στελεχωμένες από ανθρώπους με ανάλογες γνώσεις και ειδικότητες όπως απαιτούσαν οι νέες συνθήκες. Οι άνθρωποι σε θέσεις-κλειδιά ήταν έμπιστοι του ιδιοκτήτη – άνθρωποι του προέδρου, όχι του συλλόγου.
Η επαγγελματοποίηση δεν έφερε μεγαλύτερη αυτονομία για τους συλλόγους. Πώς μπορούσε άλλωστε; Αντίθετα, οι αυξανόμενες απαιτήσεις ανάγκασαν τις ΠΑΕ να φροντίσουν να καλλιεργήσουν ακόμη στενότερες σχέσεις με τον ρυθμιστή των πάντων στην Ελλάδα, το κράτος και τα πολιτικά κόμματα.
Παρ’ όλα αυτά τα πράγματα πήγαιναν καλά, τουλάχιστον για τις μεγάλες ομάδες του κέντρου – η Θεσσαλονίκη και η επαρχία συνέχιζαν τη ζωή τους στο αθλητικό περιθώριο, με εξαίρεση ορισμένες αναλαμπές. Τα γήπεδα άρχιζαν να γεμίζουν ξανά, και ο όγκος των οργανωμένων φανατικών οπαδών αυξήθηκε, αλλά οι ΠΑΕ πάντοτε είχαν τον τρόπο να τους ελέγχουν, μέσω της παροχής εισιτηρίων. Κάπου κάπου γίνονταν επεισόδια, αλλά, επικαλούμενοι τον θεσμό της ομάδας, οι εκπρόσωποι των ΠΑΕ φρόντιζαν να καλύψουν τους υπεύθυνους. Κάπου κάπου ξεσπούσε κάποιο σκάνδαλο εύνοιας ή ελληνοποίησης, όπως στην περίπτωση του Χουάν Ρότσα – «Μπουμπλή», αλλά συνήθως κέρδιζε ο καλύτερος και η ποιότητα του ποδοσφαίρου βελτιώθηκε. Απόδειξη, οι διακρίσεις του Παναθηναϊκού στις ευρωπαϊκές οργανώσεις και η πρόκριση της Εθνικής Ελλάδας στους τελικούς του Παγκόσμιου Κυπέλλου στις ΗΠΑ το 1994.
Ετσι φθάνουμε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, και σε αυξανόμενα οικονομικά μεγέθη και μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους. Χάρη στο αδύναμο θεσμικό πλαίσιο του αθλητισμού, επιτήδειοι με τις κατάλληλες κινήσεις θέλησαν να εξασφαλίσουν κέρδη προκαθορίζοντας τα αποτελέσματα ποδοσφαιρικών αγώνων, νοθεύοντας την ουσία του ανταγωνισμού και της γοητείας του.







Η «παράγκα»
Δεν είναι τυχαίο πως το παρασκήνιο έδρασε προς όφελος μιας εξαιρετικά δημοφιλούς ομάδας, του Ολυμπιακού, του οποίου η πολυπληθής βάση διψούσε για καταξίωση μέσω τίτλων μετά από περίοδο ισχνών αγελάδων. Οι επιτυχίες θα απέφεραν και ανάλογα κέρδη σε πωλήσεις εισιτηρίων, προϊόντων στις νεότευκτες «μπουτίκ» και στα δικαιώματα τηλεοπτικής μετάδοσης.
Η περίοδος της λεγόμενης «παράγκας» κράτησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι τις αρχές της επόμενης. Το τέλος ήρθε μετά μια σειρά από δημόσιες καταγγελίες. Ο τότε υφυπουργός Αθλητισμού, Γιώργος Φλωρίδης, άρχισε να κινεί διαδικασία εξυγίανσης. Αλλά για άλλη μια φορά, οι διάφοροι αθλητικοί θεσμοί (Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία και τα διάφορα διαιτητικά και δικαστικά τους όργανα) απέδειξαν την ανυπαρξία τους, είτε διότι συμμετείχαν στο κόλπο είτε διότι το κράτος, φοβούμενο το πολιτικό κόστος για τις πελατειακές του σχέσεις, θέλησε να κουκουλώσει την υπόθεση. Δεν υπήρξαν ουσιαστικές ποινές, ούτε βέβαια παραιτήσεις για λόγους ευθιξίας από τους υπεύθυνους.
Εάν αναλογιστούμε πως ο ανταγωνισμός επί ίσοις όροις μας συγκινεί και συναρπάζει, βλέπουμε ότι η «παράγκα» έκανε κάτι πολύ χειρότερο από το να στήνει πρωταθλήματα. Αφαίρεσε το συναισθηματικό στοιχείο από το ποδόσφαιρο και νομιμοποίησε τη νοοτροπία «ας κερδίσουμε με οποιοδήποτε κόστος και τρόπο». Απόδειξη δεν είναι μόνο οι αρρωστημένοι πανηγυρισμοί των νικητών παρά το όσα έβλεπαν μπροστά στα μάτια τους, αλλά και οι αντιδράσεις των αντιπάλων. Για παράδειγμα, ο Ντέμης Νικολαΐδης αναφέρει πως, όταν διοικούσε την ΑΕΚ, τον κατηγορούσαν διότι... δεν είχε καλές σχέσεις με το παρασκήνιο (!). Τη ίδια στιγμή, πολλοί οπαδοί του Παναθηναϊκού εγκαλούσαν τον Γιάννη Βαρδινογιάννη διότι φαινόταν αδιάφορος και αμέτοχος όχι μόνο στην καθημερινή διαχείριση των υποθέσεων της ΠΑΕ ΠΑΟ, αλλά ιδίως μπροστά στις μηχανορραφίες του παρασκηνίου.
Η αδυναμία πάταξης της «παράγκας» έφερε νομοτελειακά τη σημερινή κρίση με τα στημένα παιχνίδια. Πρόκειται για μια πολύ μεγαλύτερης έκτασης επιχείρηση, που αποσκοπεί σε παράνομα κέρδη μέσω στοιχημάτων. Το ποια ομάδα θα πάρει το ελληνικό πρωτάθλημα είναι σχεδόν δευτερεύον μπροστά στα όσα ποσά αποδίδουν τα στοιχήματα. Ούτως ή άλλως, όμως, οι αγαπημένες ομάδες-θεσμοί έγιναν απλά οχήματα κερδοσκοπίας. Αλλά με τη νέα της εκδοχή, η «παράγκα» άπλωσε τα πλοκάμια της πέραν των συνόρων και προκάλεσε έτσι την προσοχή και τις καταγγελίες της ΟΥΕΦΑ, της ευρωπαϊκής αρχής του ποδοσφαίρου. Το κράτος και οι αθλητικές αρχές υποχρεώθηκαν να βγουν από τη χειμερία νάρκη τους και να επιτρέψουν τους δικαστές να αρχίσουν επιτέλους μια διαδικασία που αποσκοπεί στην κάθαρση στο ποδόσφαιρο.


Ελλάδα, το άγριο Ουέστ του ποδοσφαίρου
Ανάλογα σκάνδαλα σε άλλες χώρες, όπως το λεγόμενο «Καλτσιόπολι» στην Ιταλία το 2006, οδήγησαν σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις και στον υποβιβασμό της μεγάλης Γιουβέντους. Αλλά πώς θα γίνει κάτι ανάλογο εδώ, όταν επικρατεί πλέον μια κυνική κοινή εκδοχή πως η Ελλάδα είναι ουσιαστικά ένα άγριο Ουέστ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου όπου όλοι συντάσσονται με τον «νόμο» του εκάστοτε ισχυρού σερίφη; Όλοι τώρα φαίνεται πως γνώριζαν για τα στημένα, αλλά δεν έκαναν καταγγελίες είτε διότι τα μάθαιναν off the record ή διότι φοβούνταν είτε διότι περίμεναν να έρθει η σειρά τους. Και πάλι, ούτε ένας υπεύθυνος δεν παραιτείται για λόγους ευθιξίας - κάτι άκουσαν αλλά δεν ήξεραν, κάτι είδαν αλλά όχι πολύ καλά, οι αποδείξεις δεν ήσαν αρκετές, κ. λπ.
Ριζική λύση είναι δυνατή ίσως εάν τοποθετήσουμε τα στημένα στο ευρύτερο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο. Δεν πρόκειται απλά για συνηθισμένες παρανομίες, αλλά συνιστούν υπονόμευση της γοητείας του αθλητικού ανταγωνισμού και εκμετάλλευση της αγάπης για την ομάδα του καθενός μας. Έχουμε, λοιπόν, την ανάγκη όχι μόνο να εξοστρακίσουμε τους υπεύθυνους και τους απαθείς συνεργάτες τους, αλλά και να επαναπροσδιορίσουμε τις βάσεις του επαγγελματικού μας ποδοσφαίρου με γνώμονα το γνήσιο αθλητικό πνεύμα.
* Ο κ. Αλέξανδρος Κιτροέφ διδάσκει κοινωνική ιστορία και ιστορία του αθλητισμού στο Haverford College στις ΗΠΑ και είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ελλάς, Ευρώπη, Παναθηναϊκός – 100 χρόνια ελληνικής ιστορίας».

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Τι περιμένουμε από τους σύγχρονους καλλιτέχνες;

Εχουμε πραγματικά ανάγκη μια τέχνη που να παρηγορεί την ψυχή ή μήπως μια τέχνη που να ανακουφίζει τα κουρασμένα μας νεύρα;

Η κρίση βαθαίνει, η πραγματικότητα δείχνει τα δόντια της και είναι κυρίως από το δικό της δυσάρεστο χνώτο που έρχεται η ζέστη του φετινού καλοκαιριού. Από κάθε αρνητικό, αποσπάστε το θετικό του, συνιστούσαν οι στωικοί φιλόσοφοι. Εάν ακολουθήσουμε τις οδηγίες τους θα δυσκολευτούμε πολύ ή μπορεί και να απελπιστούμε επειδή δεν βλέπουμε τίποτα μπρος μας που να μοιάζει με διέξοδο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η τέχνη έρχεται συνήθως ως αρωγός. Παρουσιάζεται σαν η πιο συμπονετική και η πιο αποτελεσματική παρηγορήτρα. Τουλάχιστον αυτό συνέβαινε άλλοτε. Γιατί εδώ και καιρό -και σήμερα φαίνεται πολύ πιο καθαρά- ο προορισμός της άλλαξε. Σκοπός της δεν είναι πια η εξύψωση, είναι η «τόνωση» των απογοητευμένων. Αραγε αυτό είναι που χρειάζεται; Εχουμε πραγματικά ανάγκη μια τέχνη που να παρηγορεί την ψυχή (χωρίς να την ξεγελάει) ή μήπως μια τέχνη που να ανακουφίζει τα κουρασμένα μας νεύρα;
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Σ’ έναν πίνακά του, τον «Μισάνθρωπο», ο Μπρύγκελ δείχνει έναν άνθρωπο που αποχωρεί απαυδισμένος από τον κόσμο. Μια επιγραφή από κάτω λέει: «επειδή ο κόσμος είναι άθλιος, εγώ φεύγω και πάω να θρηνήσω». Η στάση του καλλιτέχνη εδώ και μερικές δεκαετίες δεν ήταν πολύ διαφορετική. Είχε στρέψει τα νώτα του σε μια κοινωνική πραγματικότητα που τον ενοχλούσε, τον υποβίβαζε, τον υποχρέωνε να ζει σ’ ένα πολιτιστικό σκουπιδότοπο. Αλλά την ίδια στιγμή που απέστρεφε αηδιασμένος το βλέμμα, οι παμπόνηροι που τον είχαν εξωθήσει στο περιθώριο, εξακολουθούσαν να τον έχουν για στόχο. Στον πίνακα του Μπρύγκελ βλέπουμε ένα διαβολεμένο ανθρωπάριο να απλώνει το χέρι και να κλέβει τον διαμαρτυρόμενο αναχωρητή που δεν παίρνει είδηση τι γίνεται πίσω του. Δεν υπάρχει επομένως περίπτωση να αποκοπούμε εντελώς από τον κόσμο. Αν του γυρίσουμε την πλάτη, τόσο το χειρότερο, αυτός θα μας εξαπατήσει ευκολότερα.
Αδιαφορία
Το μήνυμα του Φλαμανδού ζωγράφου δεν είχε φθάσει στ’ αυτιά των συγχρόνων καλλιτεχνών. Συνέχιζαν να δυσφορούν, παράλληλα όμως και να απολαμβάνουν το προνόμιο των πειραματιστών που δεν δίνουν λογαριασμό σε κανένα. Φυσικά, η κοινωνία της αφθονίας μπορούσε να τους ανταμείβει κι αυτούς, όπως τον καθένα που θα ήταν ικανός να προσθέσει κάτι στο θέαμα και την ποικιλία του κόσμου. Οι αποτραβηγμένοι δεν ήταν τελικά παρά τρόφιμοι του καταναλωτικού «πλουραλισμού».
Ωσπου έρχεται η κρίση και τους αναγκάζει όλους σε επάνοδο. Να λοιπόν το θετικό, που λέγαμε στην αρχή. Οι καλλιτέχνες φαίνεται να επιστρέφουν, να νοιάζονται για τη δυστυχία μας, κι εμείς μπορούμε να καταλαβαίνουμε ότι μας νοιάζονται. Πλην όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Παρατηρούμε ότι συχνά η τέχνη επιστρέφει όχι ως δύναμη που μετουσιώνει, αλλά ως ειδική υπηρεσία «διαχείρισης κρίσεων». Εχουμε, πράγματι, γίνει μάρτυρες μιας επιχείρησης όπου μια ορισμένη καλλιτεχνία συνδυάζεται με μια ορισμένη υγιεινή. Προσφέρονται συνταγές για art-therapy, για χαλάρωση μέσω μουσικής, για ψυχοθεραπεία μέσω λογοτεχνίας. Μαζί μ’ αυτά πάνε και οι πιο εφαρμοσμένες τεχνικές για το πώς θα ασκήσετε την τέχνη του γάμου, πώς θα κάνετε φίλους και γενικά πώς θα μαγειρέψετε τα πάντα στην κουζίνα της ζωής σας ώστε να υπάρχουν διαρκώς χαμόγελα γύρω σας - κι αν όχι χαμόγελα, κάτι λιγότερο ευχάριστο μεν, οπωσδήποτε όμως πιο σταθερό: η συγκατάβαση των άλλων.
Οικονομική λογική
Καλούμαστε λοιπόν να ζήσουμε πιο μετρημένα, πιο ευέλικτα, πιο ανεκτικά. Μα ακριβώς αυτό δεν μας ζητούν και οι κατά τα άλλα απεχθείς κυρίαρχοι των αγορών; Αυτό δεν είναι που υποτίθεται ότι συμπιέζει τη ζωή μας; Τελικά είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, οι διάφοροι καλλιτεχνίζοντες σύμβουλοι ξανατυλίγουν τους πελάτες τους με το δίχτυ μιας οικονομικής λογικής που δεν ξέρει παρά μόνο από έσοδα και έξοδα.
Θα πείτε ότι υπάρχει πάντα και η άλλη τέχνη, αυτή που εξακολουθεί με τον τρόπο της να αναφέρεται στο ωραίο. Ομως κι εδώ παραμένει το πρόβλημα. Γιατί αν (και σ’ αυτό συγκλίνουν οι θεωρίες) ωραίο είναι πάντα η «ενότητα μέσα από την πολλαπλότητα», το ερώτημα που γεννιέται σήμερα είναι πού έχει πάει η μέριμνα για την ενότητα. Ολα την αρνούνται μέχρι στιγμής, ή μάλλον όλα είναι απόπειρες για να την παρακάμψουν. Η καταχρηστική, για παράδειγμα, προσφυγή στα γκράφιτι, στο κολάζ και στις διάφορες τυφλές μείξεις διαφόρων μέσων και τεχνολογικών τρυκ, η σαρωτική επίσης μόδα των θεατρικών διασκευών καθώς και η εκρηκτική πληθωρικότητα κραυγών και χειρονομιών σε παραστάσεις, δρώμενα και χάπενινγκ είναι σημάδια πως η αποσπασματικότητα θριαμβεύει. Βεβαίως είναι ταυτόχρονα και σημάδια της μεγάλης, της ασφυκτικής ανάγκης για έκφραση. Οταν όμως η έκφραση γίνεται υπερ-έκφραση, τότε παύει η τέχνη και φιγουράρει απλώς το εγώ ενός ζογκλέρ που φωνάζει: «Δες τε με, είμαι εδώ και συμμερίζομαι τον πόνο σας». Αυτό ονομάστε το όπως θέλετε. Δεν λέγεται όμως ούτε εξύψωση ούτε μετουσίωση.
Θα περιμένουμε πάντως κι άλλο. Κανείς δεν ξέρει τι θα προκύψει. Δεν αποκλείεται με τα επόμενα τραντάγματα της κρίσης να λακίσουν οι σαλτιμπάγκοι που χορεύουν πάνω στα ερείπια. Και να ξεμυτίσει στη θέση τους, κάποιο άλλο είδος, καινούργιο. Ισως θυμίζει, αμυδρά έστω, εκείνους που στον 19ο αιώνα αποκάλεσαν «καλλιτέχνες - οικοδόμους». Χωρίς αμφιβολία η πίστη τους θα είναι μικρότερη. Τουλάχιστον όμως δεν θα τους λείπει η υπομονή και το πείσμα.
Του Βασίλη Καραποστόλη