Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Μια νύχτα στο μουσείο

Ενα παιχνίδι γνώσης και φαντασίας που λάτρεψαν τα παιδιά

Οταν η Αλκμήνη, ο Γιάννης και ο Σωκράτης, τρία αδέλφια ηλικίας έως 11 ετών περνούν με τη μητέρα τους έξω από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, λένε «το μουσείο μας». Από τον περασμένο Μάιο που διανυκτέρευσαν παρέα με συμμαθητές τους ανάμεσα στα αγάλματα, στα όπλα των αρχαίων Μακεδόνων, στους αμφορείς και στα αρχαία λυχνάρια νιώθουν ότι αυτό το μουσείο είναι όντως δικό τους.
Τα τρία αδέλφια απ’ το 41ο Δημοτικό, είναι μεταξύ των 260 παιδιών, ηλικίας 8-12 ετών, που κοιμήθηκαν φέτος στα... πόδια των αρχαίων αγαλμάτων ή κάτω από προσωπογραφίες κι όπλα εθνικών ηρώων, σ’ ένα ξεχωριστό πρόγραμμα που υλοποιεί η αντιδημαρχία Πολιτισμού - Παιδείας - Τουρισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Οι υπεύθυνοι του δήμου, που υλοποιούν το πρόγραμμα, μιλούν για μια από τις πλέον σύγχρονες μουσειολογικές πρακτικές του εξωτερικού, που «βρήκε μεγάλη ανταπόκριση κι επιτυχία» και στα μουσεία της Θεσσαλονίκης. Οι λιλιπούτειοι βραδινοί επισκέπτες, που είχαν την ευκαιρία να δουν τις αίθουσες και τα εκθέματα των μουσείων αλλιώς, να ξενυχτήσουν ακούγοντας ιστορίες και παραμύθια, ν’ αναζητήσουν θησαυρούς στα εκθέματα και στις παραστάσεις των αμφορέων, περιγράφουν «μια νύχτα διαφορετική, με λίγη περιπέτεια», που ασφαλώς θα τη θυμούνται για καιρό.
Βαρέθηκαν
Κι όμως, «μια φορά που τους πήγα για ξενάγηση στο Αρχαιολογικό Μουσείο», λέει η μητέρα των τριών παιδιών, κ. Δήμητρα Χαραλαμπίδου, «είχαν βαρεθεί. Είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητο. Το πρωινό, όμως, που τους πήρα από τη διανυκτέρευση μιλούσαν για ημέρες γι’ αυτά που έμαθαν τη νύχτα. Αυτή τη φορά το έζησαν!» Το διαδραστικό παιχνίδι φαντασίας με τους αμφορείς και τα ψηφιδωτά του μουσείου, «η εξερεύνηση στις αίθουσες, να βρούμε αντικείμενα για την αρχαία Ρώμη», αποτυπώθηκαν στη μνήμη της Αλκμήνης, ενώ για τον Γιάννη οι βυζαντινές κλειδαριές ήταν τα καλύτερα εκθέματα. Τώρα τα τρία αδέρφια θέλουν να διανυκτερεύσουν σ’ όλα τα μουσεία της Θεσσαλονίκης.
Το πρόγραμμα «sleepover» ξεκίνησε από μια συνάντηση του αντιδημάρχου κ. Σπύρου Πέγκα με ομάδες εθελοντών. Ενας έριξε την ιδέα για τις διανυκτερεύσεις παιδιών στα μουσεία. Η πρώτη πρόσκληση τον περασμένο Μάιο προς τους μικρούς μαθητές να πάρουν τον υπνόσακό τους, ζεστά και άνετα ρούχα και τα παντοφλάκια τους για να διανυκτερεύσουν Παρασκευή βράδυ στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα ήταν μόνο η αρχή. Ολυμπιακό Μουσείο, Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Πολεμικό, Λαογραφικό - Εθνολογικό Μουσείο, Φωτογραφίας, Τελλόγλειο Ιδρυμα Τεχνών ΑΠΘ και Μουσείο των Σιδηροδρόμων προστέθηκαν στη συνέχεια και φιλοξένησαν δωρεάν τους τελευταίους εφτά μήνες, για μια νύχτα, δεκάδες παιδιά, σε ομάδες των 25 και 30.
«Οι μικροί επισκέπτες» είπε η υπεύθυνη του προγράμματος κ. Τάνια Καραμάνη προσέρχονται γύρω στις 7 το απόγευμα, αφού οι γονείς έχουν δηλώσει εγγράφως την συναίνεσή τους. Ο δήμος αναλαμβάνει τα υπόλοιπα. Στρώματα από τους παιδικούς δημοτικούς σταθμούς για τους υπνόσακους. Βραδινά σνακ και πρωινό, οδοντόβουρτσα και οδοντόκρεμα (συνήθως προσφέρονται από χορηγούς).
Το βασικό μενού
Τα εκπαιδευτικά προγράμματα από το εξειδικευμένο προσωπικό των μουσείων και η ξενάγηση μέσα από παιχνίδια αποτελούν το βασικό μενού της βραδιάς. Ολοκληρώνονται πριν από τα μεσάνυχτα που τα παιδιά πέφτουν για ύπνο. Βοήθεια και υποστήριξη παρέχουν οι νηπιαγωγοί των δημοτικών παιδικών σταθμών που προσέχουν τα παιδιά τη νύχτα, εκτελώντας χρέη ομαδαρχών μιας κατασκήνωσης, ενώ για ασφάλεια υπάρχουν και μέλη της ομάδας διάσωσης του δήμου.
Συνήθως, η δράση είναι καταιγιστική. Οι μικροί μαθητές παίζουν, γνωρίζουν και μαζί μαθαίνουν. Αυτός δεν είναι άλλωστε ο στόχος;
Του Θαναση Τσιγγανα

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Παράδοση

Πως οι Έλληνες έπεσαν στα τούρκικα  
Πέρυσι, όταν άρχιζε να φουντώνει η κρίση, σε ένα εστιατόριο της Θεσσαλονίκης έβλεπα τους Ελληνες να τραγουδούν και να χορεύουν λαϊκά. Αρχιζαν με Ρασούλη και κορύφωναν με Στράτο Διονυσίου και Ακη Πάνου. Βαριά τραγούδια, νταλκαδιάρικα, ζεϊμπέκικα προ πάντων. Σκέφτηκα τότε ότι στον δύσκολο καιρό που έρχεται οι Ελληνες θα αναδιπλωθούν προς τα έσω, για καλό και για κακό. Καλό, γιατί η ενδοσκόπηση μπορεί να δώσει καρπούς αυτογνωσίας, να απομακρύνει έναν ορισμένο επιπόλαιο κοσμοπολιτισμό, συνυφασμένο με την εύκολη χλιδή των δανεικών.
Κακό, γιατί η εσωστρέφεια μπορεί εύκολα να φουντώσει έναν αμυντικό ναρκισσισμό και μιαν αυταρέσκεια θύματος.
Θυμήθηκα εκείνη την έλλαμψη πρόσφατα, παρακολουθώντας τουρκικά σίριαλ σε δημόσιους χώρους. Είχα αναρωτηθεί στο παρελθόν γιατί έχουν τέτοια επιτυχία τα τουρκικά σίριαλ στο ελληνικό μαζικό κοινό και δεν εύρισκα ικανοποιητική απάντηση. Τώρα τολμώ να κάνω μια υπόθεση, συνοπτικά την εξής: τα λαϊκά στρώματα, αυτά που τρέφονται ψυχαγωγικά με τηλεόραση, αναγνωρίζουν στις χονδροειδείς τυπολογίες των τουρκικών σίριαλ κάτι από τον χαμένο κοινωνικό εαυτό και τις παλαιές βεβαιότητες.
Κατ’ αρχάς, το ορατό. Στα τουρκικά σίριαλ οι χαρακτήρες είναι αδροί, με ξεκάθαρα περιγράμματα, δραματικά καλοί ή κακοί, οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες είναι γυναίκες. Οι άντρες φορούν σκούρα κοστούμια και λευκά πουκάμισα. Οι γυναίκες είτε φορούν μαντίλες και τσεμπέρια, οι πιο ηλικιωμένες, είτε είναι κορέκτ καλλονές δυτικού τύπου, παίζουν ρόλο συζύγου, ερωμένης ή μάνας, σε έναν ανδρικό κόσμο. Η φαμίλια είναι το ισχυρότερο κοινωνικό (και δραματουργικό) κύτταρο. Το κράτος στέκει στο φόντο, αυστηρό, συγκαλυμμένα αυταρχικό. Οι άνθρωποι συγκρούονται μεταξύ ορμεμφύτων και ηθικών κανόνων, μεταξύ φατρίας και κράτους, μεταξύ φεουδαρχίας και νεωτερικότητας. Αντρες και γυναίκες, ντυμένοι συντηρητικά, απολύτως κομφορμιστικά, πάντως «ευρωπαϊκά», συνομιλούν διαρκώς με κινητά, κυκλοφορούν με χλιδάτες κούρσες BMW και Mercedes, μπαινοβγαίνουν σε σπίτια πολυτελώς υβριδικά, σημερινές εκδοχές του τουρκομπαρόκ.
Τα τουρκικά σίριαλ εικονίζουν σχηματικά, με τη φόρμα του λαϊκού ρομάντσου και της σαπουνόπερας, έναν κόσμο ταυτοχρόνως ιδεατό και πραγματικό, μακρινό και κοντινό, ανατολικό-ασιατικό και δυτικό-ευρωπαϊκό, έναν κόσμο μεταιχμιακό. Το ελληνικό κοινό αντικρίζει τον εαυτό του ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο, στο πέρασμα. Οπισθοδρόμηση; Αν το δούμε τυπικά, γραμμικά, ναι, το ελληνικό κοινό «οπισθοδρομεί», ταυτιζόμενο ενδοψυχικά με την τουρκική κοινωνία των σίριαλ, την τόσο ανδροκρατική και αυταρχική, όπου κυριαρχούν η ενδοοικογενειακή τιμή και αντιπαλεύουν η ωμή δύναμη και τα σφοδρά συναισθήματα. Μπορούμε να πούμε ότι το προχωρημένο ελληνικό κοινό, ευρισκόμενο κοινωνικά-πολιτισμικά-ιστορικά σε ανώτερο στάδιο, σαγηνεύεται από τους καθυστερημένους ιδεότυπους και την προνεωτερική ηθογραφία των Τούρκων.
Γιατί; Γιατί η εγχώρια παραγωγή δεν παράγει ηθογραφία, που να καθρεφτίζει την ελληνική κοινωνία πειστικά, με χιούμορ ή με αληθοφανείς συγκρούσεις. Ούτε δραματική ούτε κωμική. Τα τελευταία αρκετά χρόνια, η ελληνική τηλεοπτική παραγωγή κατακλύστηκε από καλιαρντές καρικατούρες, στις οποίες οι άντρες εικονίζονται ως ευνούχοι ηλίθιοι, οι γυναίκες ως τραβεστί ντόμινες, και όλοι μαζί διαλέγονται ουρλιάζοντας και αλληλοκραζόμενοι. Εξ ου και οι αδροί, συχνά χονδροειδέστατοι, χαρακτήρες των τουρκικών φαίνονται πιο πειστικοί, πιο αληθοφανείς ή, τουλάχιστον, πιο ελκυστικοί για ταυτίσεις.
Αλλά η σημαντικότερη αιτία για τη δημοτικότητα των τουρκικών είναι μάλλον η ψυχοκοινωνική αναδίπλωση των λαϊκών στρωμάτων ενώπιον του ναυαγήσαντος εκσυγχρονισμού. Οι αδρές, στέρεες δομές των τουρκικών οικογενειών, οι σπαθάτοι άντρες, με την υπερχειλίζουσα αρρενωπότητα, οι υπερθηλυκές γυναίκες που είναι όμως σύζυγοι και μητέρες, και όχι ξέκωλα ή dominatrix, το προστατευμένο χρήμα της κλειστής φαμίλιας, οι παγιωμένοι κώδικες τιμής, όλα τούτα τα προνεωτερικά ή πρωτοαστικά αναδύονται οικεία και ελκυστικά μπρος στα διψασμένα μάτια ενός ακροατηρίου που έχει χάσει τα ζύγια του, το ειδικό του βάρος, το παλαιό του μέτρο. Το ελληνικό κοινό βλέπει διψασμένο έναν παλαιό κόσμο, «ανατολικό», βραδύ και αδρό, τον κόσμο που έχασε. Εχασε τις μαντίλες και τα τσεμπέρια, λυτρώθηκε από προκαταλήψεις και αγκυλώσεις, αλλά δεν βρήκε σίγουρο βηματισμό και γονιμότητα στη φρενιτιώδη υστερονεωτερικότητα. Ο εκσυγχρονισμός έφερε διαψεύσεις, ματαιώσεις, πρόδωσε τις υπερτροφικές προσδοκίες. Και μας έριξε στα τούρκικα.
Tου Nικου Γ. Ξυδακη