Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

ΜΜΕ - Ο οθονάνθρωπος


   Ο καναπεδάνθρωπος, που περνούσε πολλές ώρες βιδωμένος στον καναπέ, με το βλέμμα καρφωμένο στην τηλεόραση-βωμό και τα δάχτυλα στο τηλεκοντρόλ, δεν υπάρχει πια ή μάλλον γερνάει, γίνεται αναχρονιστικός. Τη θέση του παίρνει ο οθονάνθρωπος, ο κολλημένος στην οθόνη του υπολογιστή, του ipad, του smartphone, της ταμπλέτας, του λάπτοπ και όχι μόνο της τηλεόρασης. Τον βλέπουμε παντού: σε τρένα, λεωφορεία και ουρές, σε συναναστροφές, σε χώρους δημόσιους και ιδιωτικούς. O oθονάνθρωπος βλέπει, ακούει, μιλάει, γράφει, επικοινωνεί, η ζωή του όλη είναι μια οθόνη, που τον γεμίζει, τον αδειάζει, τον τρομάζει, όμως συχνά του δίνει χαρά και σημάδια αναγνώρισης. Επιπλέον η οθόνη έχει το πλεονέκτημα ότι αλλάζει διαρκώς και μπορεί να σκοτεινιάσει, να νεκρωθεί όποια στιγμή εμείς θελήσουμε.
   Οι παλιές τηλεοπτικές συσκευές, με την καμπούρα του Κουασιμόδου στη ράχη, κυριαρχούσαν στον χώρο, συνήθως στο σαλόνι ή στο καθημερινό δωμάτιο του σπιτιού. Η τεχνολογία μάς απάλλαξε από τα χωρικά δεσμά: τώρα όλος ο κόσμος μπορεί να γίνει ένα απέραντο γραφείο ή διασκεδαστήριο ή εξομολογητήριο, ενώ το σκήπτρο της οικιακής εξουσίας, το τηλεκοντρόλ, είναι πια άχρηστο αφού ο καθένας γίνεται τηλεχειριστής του εαυτού του ή μάλλον των προτιμήσεών του.
  Δεν στέκομαι απέναντι ή επικριτικά απέναντι στους οθονάνθρωπους, αφού ένας απ’ αυτούς είμαι κι εγώ. Οι οθονάνθρωποι πληθαίνουν και για τον απλό λόγο ότι τα γκατζετάκια γίνονται όλο και πιο προσιτά, τα μοντέλα διαρκώς ανανεώνονται και η επικοινωνιακή αγορά ανθεί. Ταυτόχρονα, φτωχαίνει, συρρικνώνεται, κρυώνει και αγριεύεται η εκτός οθόνης ζωή μας. Δυσεύρετη η εργασία, ακριβές οι μετακινήσεις, λιγοστές οι δυνατότητες για ταβέρνα, βόλτες, θέατρο και σινεμά, αφού ακόμα και όταν το πνεύμα και η σαρξ είναι πρόθυμα, κάτι άλλο, ευκόλως εννοούμενο, ασθενεί. Ομως στο οθονικό σύμπαν όλα τα σύνορα (ή σχεδόν όλα) είναι ανοιχτά. Στην πραγματική ζωή συχνά νιώθουμε ότι είμαστε ένα τίποτα, π.χ., όταν χρειάζεται πολύμηνη αναμονή για μια διαγνωστική εξέταση ή ένα ραντεβού στα εξωτερικά ιατρεία ενός δημόσιου νοσοκομείου ή όταν δεν μπορούμε να αγοράσουμε πετρέλαιο ή φάρμακα, όμως στον φορητό κόσμο μας εμείς διαλέγουμε τις «απς», τις εφαρμογές μας. Χάρη στην οθόνη επιστρέφουμε στο «οmnia mecum porto», στο «πάντα μετ’ εμού φέρω», αλλά σε ένα πάντα που βρίσκεται πολύ κοντά στο τίποτα.
   Ο χαρακτηρισμός «χαζοκούτι» δεν είναι πια της μόδας, όμως μας είναι αδιανόητο να μιλήσουμε για χαζές οθόνες. Στην ατομική οθόνη μπορεί κανείς να βουλιάξει, αλλά και να βρει τον χάρτη για διαδρομές και επιλογές για την άλλη ζωή που δεν είναι ποτέ απούσα, δεν την ξεκάνουμε με ένα undo. Οσο και αν οι οθονάνθρωποι πληθαίνουν, ο κόσμος δεν κατοικείται απ’ αυτούς, όπως ποτέ δεν κατοικήθηκε αποκλειστικά από καναπεδάνθρωπους. Η οθονοκρατία είναι η ορατή κορυφή του μαγικού παγόβουνου που υπόσχεται τα πάντα και, ταυτόχρονα, απειλεί να γκρεμίσει τα πάντα, τις πληρωμένες με ιδρώτα, νου και αίμα κατακτήσεις του εργαζόμενου ανθρώπου που τώρα βαφτίζονται προνόμια.


Tης Mαριαννας Tζιαντζη

Α. Να γραφεί η περίληψη σε 80-100 λέξεις

Β.1) Δεν στέκομαι απέναντι ή επικριτικά απέναντι στους οθονάνθρωπους, αφού ένας απ’ αυτούς είμαι κι εγώ: να αναπτυχθεί η παραπάνω άποψη σε μια παράγραφο 80-100 λέξεις.
2) Η τεχνολογία μάς απάλλαξε από τα χωρικά δεσμά: να μεταφερθεί στην άλλη φωνή.
3) αναχρονιστικός, διαρκώς,δεσμά, απέραντο, προσιτά: να δοθεί από μία συνώνυμη λέξη.
4) Να βρεθεί ένας τρόπος ανάπτυξης της 3ης παραγράφου "Δεν στέκομαι απέναντι...κοντά στο τίποτα".

Γ. Να γράψετε ένα άρθρο σε μια τοπική εφημερίδα όπου θα αναφέρεστε στις θετικές συνέπειες από τον πολιτισμό της "εικόνας". (300-400 λέξεις)

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Καλή και κακή συγκομιδή των τροφίμων


Αρχέγονη αντιμετώπιση της ξηρασίας σε εποχή τεχνολογικά εκρηκτική


Στην Αμερική η κακή κλιματική συγκυρία (ξηρασία) επέφερε πτώση της παραγωγής των δημητριακών (σιτάρι και καλαμπόκι) και της ζάχαρης. Τούτο μας παραπέμπει σε αρχέγονες καταστάσεις και στους όρους που διείπαν το ζεύγος ευφορία-αφορία, αλλά και στους τρόπους της αντιμετώπισής τους. Και αυτά σε χρόνους με μια τεχνική που δεν συγκρίνεται με τη σημερινή. Σε όλες τις περιπτώσεις κοινός παρονομαστής η κλιματική συγκυρία.
Ας σημειωθεί ότι η ευφορία δεν συνεπάγεται την άμεση αύξηση των κερδών. Ενας Γερμανός ιστορικός, ο Abel, παρατηρούσε τα εξής: σε εποχή ευφορίας ο μεγάλος παραγωγός αντισταθμίζει την πτώση των τιμών με το μεγάλο πλεόνασμα που μπορεί να διοχετεύσει στην αγορά με χαμηλές τιμές, συνεπώς να έχει υψηλές χρηματικές εισφορές· ο μεσαίος και ο μικρός παραγωγός χάνουν από την πτώση των τιμών, γιατί διαθέτουν χαμηλά πλεονάσματα. Επικαλείται τον Σαίξπηρ που λέει ότι ένας κτηματίας πηγαίνει να κρεμαστεί, γιατί υπήρξε καλή σοδειά: δεν πρόκειται για παραλογισμό, αλλά για μια οικονομική πραγματικότητα.
Δεν είναι, ωστόσο, δεδομένο ότι παντού και πάντα η αγορά ήταν σε θέση να απορροφήσει την υπερπαραγωγή των δημητριακών. Το σιτάρι που απόμενε, αν δεν φρόντιζε κανείς για τη διατήρησή του, «άναβε», αν τύχαινε να μαζευτεί νωπό στο αλώνι, δηλαδή αλλοιωνόταν και δεν μπορούσε να γίνει ψωμί ή χυλός· έπρεπε να διατηρηθεί με ασφαλή τρόπο. Υπήρχαν διάφοροι τρόποι, ένας απ’ αυτούς οι «γούβες»: το σιτάρι καταχωνιάζονταν στη γη και έμενε ανέπαφο. Μπορούσε να διατεθεί στη ζωάρκεια, αλλά και να διοχετευτεί στην αγορά.
Στο σημείο τούτο, ας μου επιτραπεί μια παρέκβαση: Ο Ιούλιος Καίσαρ περιγράφοντας τις γερμανικές συνήθειες, αναφέρει ως προς την αγροτική καλλιέργεια: «mutuant labores et superest ager». Για την ερμηνεία της φράσης είχε χυθεί πολύ μελάνι. Ο μεγάλος Γάλλος ιστορικός Μαρκ Μπλοκ (του οποίου η ναζιστική κτηνωδία δεν συγχώρεσε την εβραϊκή του καταγωγή και τον σκότωσε), συνόψισε τη σωστή απάντηση: «μεταθέτουν τα οργώματα κι απομένει λόγκος». Τούτο σημαίνει ότι εγκατέλειπαν το καλλιεργημένο έδαφος και μετέθεταν τις καλλιέργειες σε άλλο. Με ποια μέθοδο; Η Μπόσερουπ διασαφηνίζει μέσω του καψίματος («ρόγκος» λέγεται αυτό σε παλαιότερα ελληνικά). Το αποτεφρωμένο έδαφος ήταν για λίγο καιρό γόνιμο. Τούτο με τη σειρά του σημαίνει ότι το δημογραφικό βάρος ήταν μικρό και η διαθεσιμότητα γαιών μεγάλη. Κάποτε η τελευταία περιορίστηκε, με αποτέλεσμα να αξιοποιούνται οι περιθωριακές γαίες, συνεπώς να πέφτουν οι αποδόσεις. Ας μην επεκταθούμε σ’ αυτό το μεγάλο κεφάλαιο της αγροτικής οικονομίας.
Η παρέκβαση ήθελε απλώς να υπομνήσει το αυτόδηλο: ότι η συγκομιδή, καλή ή κακή, πραγματοποιείται σε ένα έδαφος που δεν ήταν πάντα σταθερό και που συνεπαγόταν την επέκτασή του. Η επέκταση του καλλιεργούμενου χώρου μπορούσε να έχει ως συνέκδοχο την επέκταση των οικιστικών συναθροίσεων: ο Τσβίγιτς δίνει χαρακτηριστικά παραδείγματα ως προς τη Βαλκανική Χερσόνησο. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην κακή συγκομιδή. Οφείλεται στην αρνητική κλιματική συγκυρία, όπως λέγαμε αρχίζοντας αυτό το σημείωμα, που δεν έχει τίποτε το καινοφανές να προσκομίσει. Η αφορία φέρνει τον λιμό και ο λιμός εξασθενίζει τα σώματα που γίνονται ευάλωτα στην αρρώστια, στον λοιμό. Τούτο δεν θέλει να πει ότι ο λιμός προκαλεί τον λοιμό: ο τελευταίος βρίσκει έδαφος στον πρώτο.
Η αφορία συνεπάγεται, καθώς λέγαμε, την ακρίβεια: πόσοι όμως μπορούν να αγοράσουν τα διαθέσιμα λίγα προϊόντα; Οι μαρτυρίες για τα καθ’ ημάς δεν είναι λιγοστές: κάπου κάποιοι πούλησαν τα παιδιά τους.
Η αφορία δεν ήταν γεωγραφικά γενικευμένη και σε ορισμένους τόπους η σοδειά ήταν καλή και άφηνε εμπορεύσιμα πλεονάσματα. Ετσι με τη διακίνηση των αγαθών μπορούσε να αντιμετωπισθεί η σιτοδεία και να κατέβουν οι τιμές. Ωστόσο, η διακίνηση ήταν αργή και η σιτοδεία δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπισθεί άμεσα. Υπήρχε η δυνατότητα πρόβλεψης;
Υπενθυμίζω ότι αναφέρομαι στα καθ’ ημάς και κατ’ εξοχήν στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας. Δεν νομίζω ότι έχουμε συστηματικές μελέτες για την πρόβλεψη, αλλά οι ενδείξεις ή οι επί μέρους προσπελάσεις δεν λείπουν. Ανάμεσα στα παραδείγματα η Μονή του Θεολόγου στην Πάτμο φαίνεται ότι ασκούσε την πρακτική της πρόβλεψης. Το παράδειγμα δεν είναι φυσικά μοναδικό και τα μοναστήρια φρόντιζαν να έχουν τα αποθέματά τους και πολύ περισσότερο οι τοπικές αυθεντίες. Το ίδιο και τα φρούρια. Η κρατική πολιτική επίσης φρόντιζε, όχι επιτυχώς, να περιορίζει τις εξαγωγές σιτηρών. Επωφελούμενοι από τις εξαγωγές ήταν κυρίως όσοι καρπώνονταν τις δημόσιες προσόδους μεγάλοι τιμαριώτες, ενοικιαστές των δημοσίων προσόδων, κάποτε ισόβιοι.
Φοβούμαι ότι αναλώνομαι σε ένα στοιχειώδες μάθημα οικονομικής ιστορίας και ζητώ συμπάθιο. Ας μου επιτραπεί να τελειώσω αυτό το σημείωμα αναφερόμενος στην κερδοσκοπία που συνεπαγόταν η σπάνις.
Ανάμεσα στα συστήματα ιδιοποίησης της παραγωγής ήταν το «προστύχι», δηλ. η προαγορά της συγκομιδής με συμφωνημένες ή υπό διαμόρφωση τιμές: και στις δύο περιπτώσεις η τιμή συνέπιπτε με την εποχική συμπίεση των τιμών, κατά την εποχή δηλαδή της συγκομιδής. Ο Μακρυγιάννης έτσι έφτιαξε πριν από το 1821 το κεφάλαιό του: με δανεικά προστύχισε δημητριακά στην Αρτα και μάλιστα σε μια χρονιά σπάνης και ακρίβειας.
Ξαναγυρίζω στη σιτοδεία, τον λιμό και τη διακίνηση παραθέτοντας, κατ’ εξαίρεση ένα βραχύ χρονικό του 1670:
αχο΄. «Εγινε πείνα περισσή εις την Αγίαν Μαύραν και εις όλην την οικουμένην, τόσον οπού επήγεν τον Μάρτη και τον Απρίλη ο κάδος της Αγίας Μαύρας [...], ριάλια εφτά. Καμπόσοι το πήραν και οκτώ κατά την αγοράν και είχε και το ριάλι άσπρα εκατό και ετρόμαξεν ο κόσμος από την πείναν. Και εις τα οκτώ του Ιουνίου έφερε ο Πεχλιβάν ρεΐζης μια παΐζα γεμάτη σιτάρι εις την Αγίαν Μαύραν και την επούλησεν δυο γρόσια τον κάδο και εβοηθήθη ο κόσμος. Και εις αυτό βάνομεν ενθύμησιν... και μεταγενεστέρων».

Του Σπ. Ι. Ασδραχά

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Aθλητισμός


Από την «παράγκα» στα στημένα παιχνίδια

Οταν οι αγαπημένες ομάδες-θεσμοί των φιλάθλων γίνονται απλά οχήματα, που αποσκοπούν σε παράνομα κέρδη μέσω στοιχημάτων
Tου Αλεξανδρου Kιτροεφ*
Το σκάνδαλο των στημένων που συγκλονίζει το ελληνικό ποδόσφαιρο υπομονεύει κάτι παραπάνω από τη νομιμότητα. Απειλεί τη σχέση μας με τον αθλητισμό, που περιέχει δύο βασικά στοιχεία: τη συγκίνηση που προκαλεί ο αθλητικός ανταγωνισμός επί ίσοις καθώς και τη σύνδεσή μας με κάποια ομάδα που εκφράζει, έστω και συμβολικά, την ταυτότητά μας.
Με πρώτο τον μεσαιωνιστή ιστορικό Johan Huizinga, πολλοί μελετητές έχουν υπογραμμίσει τη γοητεία του ανταγωνισμού και τη συγκίνηση που προκαλεί η υπέρτατη αθλητική επίδοση που οδηγεί στο βάθρο του νικητή. Ο αθλητικός ανταγωνισμός ήταν συστατικό στοιχείο όχι μόνο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού αλλά και των Κινέζων, των Μάγια στην Κεντρική Αμερική, των ιθαγενών στη Βόρεια Αμερική και πολλών άλλων. Και δεν είναι τυχαίο πως σε όλες αυτές τις περιπτώσεις συνδεόταν άμεσα με τη θρησκεία και άλλες αξίες.
Το δεύτερο στοιχείο που απειλείται είναι η ταύτιση με μία συγκεκριμένη ομάδα. Ισως επειδή πρόκειται για μια μικρή σχετικά χώρα, οι ακαδημαϊκοί μελετητές του αθλητισμού αγνοούν τον βαθμό στον οποίο τα μεγάλα ποδοσφαιρικά σωματεία μας εκπροσωπούν συγκεκριμένες συλλογικές ταυτότητες, έστω και συμβολικά. Ετσι λοιπόν, όταν μιλούν για την αντιστοιχία πολιτικο-κοινωνικών συνειδήσεων και οπαδικών επιλογών, μιλούν για περισσότερο γνωστές, ποδοσφαιρικά τουλάχιστον, χώρες όπως την Αργεντινή, την Ισπανία και τη Σκωτία.
Εάν ασχοληθούν ποτέ με την Ελλάδα, θα εκπλαγούν ίσως με την ύπαρξη πολλών ανάλογων αντιστοιχιών. Εχουμε συλλόγους που ταυτίζονται με διάφορες κοινωνικές κατηγορίες, όπως για παράδειγμα την ευρωπαϊκή μας υπόσταση, το λαϊκό μας πρόσωπο, την (πολλαπλή μας) προσφυγική κληρονομιά, ή απλώς την πόλη μας. Και μένουμε πιστοί στην επιλογή μας στους καλούς και τους δύσκολους καιρούς, διότι πρόκειται για ταυτότητα, όχι μέσο αυτοπροβολής η πλουτισμού. Τονίζουμε συχνά πως η χώρα μας πάσχει από έλλειψη θεσμών στους χώρους της Δικαιοσύνης, της κοινωνίας και ιδίως της πολιτικής. Αλλά ποιος αμφισβητεί τον συμβολικό θεσμικό ρόλο που παίζουν οι μεγάλες ομάδες στην καθημερινή μας ζωή; Ολοι λίγο έως πολύ έχουν κάποια προτίμηση, και αλίμονο στις οικογένειες που έχουν διαφορετικές επιλογές.
Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η διεθνής συγκυρία δημιούργησε σημαντικές ευκαιρίες πλουτισμού στον χώρο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Η υπόθεση «Μπόσμαν» απελευθέρωσε την ευρωπαϊκή αγορά ποδοσφαιριστών κι έτσι ελληνικά σωματεία ήταν σε θέση να πουλήσουν τους καλύτερους ποδοσφαιριστές τους σε δυτικοευρωπαϊκούς συλλόγους και παράλληλα να αποκτήσουν ξένους σε τιμές ευκαιρίας. Η τηλεοπτική αγορά ελευθερώθηκε κι αυτή και το ποδόσφαιρο έγινε θέαμα και ψυχαγωγία, με μεγάλα έσοδα για τις ομάδες. Τα παλιά στάδια ανακαινίστηκαν και άλλα κατάλοιπα του παρελθόντος όπως ο περιβόητος αγγλικός οπαδικός χουλιγκανισμός πατάχθηκαν πάραυτα.
Ευκαιρίες πλουτισμού
Μέχρι εκείνη την στιγμή το επαγγελματικό πρωτάθλημα μετρούσε περίπου δεκαπέντε χρόνια στην Ελλάδα, και συγκριτικά με την προβληματική δεκαετία του 1970 λειτουργούσε πάνω-κάτω ικανοποιητικά. Οι σύλλογοι έγιναν Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες (ΠΑΕ) και πέρασαν από τα χέρια της παλιάς αστικής τάξης και παλαιών αθλητών (π. χ. Ανδριανόπουλος στον Ολυμπιακό, Μαρόπουλος στην ΑΕΚ, Νικολαΐδης στον Παναθηναϊκό) σε αυτά των αναδυόμενων επιχειρηματιών.
Οι ΠΑΕ ήσαν μεν επιχειρήσεις πλέον, αλλά λειτουργούσαν ως προσωποπαγείς οργανισμοί. Και δεν ήταν στελεχωμένες από ανθρώπους με ανάλογες γνώσεις και ειδικότητες όπως απαιτούσαν οι νέες συνθήκες. Οι άνθρωποι σε θέσεις-κλειδιά ήταν έμπιστοι του ιδιοκτήτη – άνθρωποι του προέδρου, όχι του συλλόγου.
Η επαγγελματοποίηση δεν έφερε μεγαλύτερη αυτονομία για τους συλλόγους. Πώς μπορούσε άλλωστε; Αντίθετα, οι αυξανόμενες απαιτήσεις ανάγκασαν τις ΠΑΕ να φροντίσουν να καλλιεργήσουν ακόμη στενότερες σχέσεις με τον ρυθμιστή των πάντων στην Ελλάδα, το κράτος και τα πολιτικά κόμματα.
Παρ’ όλα αυτά τα πράγματα πήγαιναν καλά, τουλάχιστον για τις μεγάλες ομάδες του κέντρου – η Θεσσαλονίκη και η επαρχία συνέχιζαν τη ζωή τους στο αθλητικό περιθώριο, με εξαίρεση ορισμένες αναλαμπές. Τα γήπεδα άρχιζαν να γεμίζουν ξανά, και ο όγκος των οργανωμένων φανατικών οπαδών αυξήθηκε, αλλά οι ΠΑΕ πάντοτε είχαν τον τρόπο να τους ελέγχουν, μέσω της παροχής εισιτηρίων. Κάπου κάπου γίνονταν επεισόδια, αλλά, επικαλούμενοι τον θεσμό της ομάδας, οι εκπρόσωποι των ΠΑΕ φρόντιζαν να καλύψουν τους υπεύθυνους. Κάπου κάπου ξεσπούσε κάποιο σκάνδαλο εύνοιας ή ελληνοποίησης, όπως στην περίπτωση του Χουάν Ρότσα – «Μπουμπλή», αλλά συνήθως κέρδιζε ο καλύτερος και η ποιότητα του ποδοσφαίρου βελτιώθηκε. Απόδειξη, οι διακρίσεις του Παναθηναϊκού στις ευρωπαϊκές οργανώσεις και η πρόκριση της Εθνικής Ελλάδας στους τελικούς του Παγκόσμιου Κυπέλλου στις ΗΠΑ το 1994.
Ετσι φθάνουμε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, και σε αυξανόμενα οικονομικά μεγέθη και μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους. Χάρη στο αδύναμο θεσμικό πλαίσιο του αθλητισμού, επιτήδειοι με τις κατάλληλες κινήσεις θέλησαν να εξασφαλίσουν κέρδη προκαθορίζοντας τα αποτελέσματα ποδοσφαιρικών αγώνων, νοθεύοντας την ουσία του ανταγωνισμού και της γοητείας του.







Η «παράγκα»
Δεν είναι τυχαίο πως το παρασκήνιο έδρασε προς όφελος μιας εξαιρετικά δημοφιλούς ομάδας, του Ολυμπιακού, του οποίου η πολυπληθής βάση διψούσε για καταξίωση μέσω τίτλων μετά από περίοδο ισχνών αγελάδων. Οι επιτυχίες θα απέφεραν και ανάλογα κέρδη σε πωλήσεις εισιτηρίων, προϊόντων στις νεότευκτες «μπουτίκ» και στα δικαιώματα τηλεοπτικής μετάδοσης.
Η περίοδος της λεγόμενης «παράγκας» κράτησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι τις αρχές της επόμενης. Το τέλος ήρθε μετά μια σειρά από δημόσιες καταγγελίες. Ο τότε υφυπουργός Αθλητισμού, Γιώργος Φλωρίδης, άρχισε να κινεί διαδικασία εξυγίανσης. Αλλά για άλλη μια φορά, οι διάφοροι αθλητικοί θεσμοί (Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία και τα διάφορα διαιτητικά και δικαστικά τους όργανα) απέδειξαν την ανυπαρξία τους, είτε διότι συμμετείχαν στο κόλπο είτε διότι το κράτος, φοβούμενο το πολιτικό κόστος για τις πελατειακές του σχέσεις, θέλησε να κουκουλώσει την υπόθεση. Δεν υπήρξαν ουσιαστικές ποινές, ούτε βέβαια παραιτήσεις για λόγους ευθιξίας από τους υπεύθυνους.
Εάν αναλογιστούμε πως ο ανταγωνισμός επί ίσοις όροις μας συγκινεί και συναρπάζει, βλέπουμε ότι η «παράγκα» έκανε κάτι πολύ χειρότερο από το να στήνει πρωταθλήματα. Αφαίρεσε το συναισθηματικό στοιχείο από το ποδόσφαιρο και νομιμοποίησε τη νοοτροπία «ας κερδίσουμε με οποιοδήποτε κόστος και τρόπο». Απόδειξη δεν είναι μόνο οι αρρωστημένοι πανηγυρισμοί των νικητών παρά το όσα έβλεπαν μπροστά στα μάτια τους, αλλά και οι αντιδράσεις των αντιπάλων. Για παράδειγμα, ο Ντέμης Νικολαΐδης αναφέρει πως, όταν διοικούσε την ΑΕΚ, τον κατηγορούσαν διότι... δεν είχε καλές σχέσεις με το παρασκήνιο (!). Τη ίδια στιγμή, πολλοί οπαδοί του Παναθηναϊκού εγκαλούσαν τον Γιάννη Βαρδινογιάννη διότι φαινόταν αδιάφορος και αμέτοχος όχι μόνο στην καθημερινή διαχείριση των υποθέσεων της ΠΑΕ ΠΑΟ, αλλά ιδίως μπροστά στις μηχανορραφίες του παρασκηνίου.
Η αδυναμία πάταξης της «παράγκας» έφερε νομοτελειακά τη σημερινή κρίση με τα στημένα παιχνίδια. Πρόκειται για μια πολύ μεγαλύτερης έκτασης επιχείρηση, που αποσκοπεί σε παράνομα κέρδη μέσω στοιχημάτων. Το ποια ομάδα θα πάρει το ελληνικό πρωτάθλημα είναι σχεδόν δευτερεύον μπροστά στα όσα ποσά αποδίδουν τα στοιχήματα. Ούτως ή άλλως, όμως, οι αγαπημένες ομάδες-θεσμοί έγιναν απλά οχήματα κερδοσκοπίας. Αλλά με τη νέα της εκδοχή, η «παράγκα» άπλωσε τα πλοκάμια της πέραν των συνόρων και προκάλεσε έτσι την προσοχή και τις καταγγελίες της ΟΥΕΦΑ, της ευρωπαϊκής αρχής του ποδοσφαίρου. Το κράτος και οι αθλητικές αρχές υποχρεώθηκαν να βγουν από τη χειμερία νάρκη τους και να επιτρέψουν τους δικαστές να αρχίσουν επιτέλους μια διαδικασία που αποσκοπεί στην κάθαρση στο ποδόσφαιρο.


Ελλάδα, το άγριο Ουέστ του ποδοσφαίρου
Ανάλογα σκάνδαλα σε άλλες χώρες, όπως το λεγόμενο «Καλτσιόπολι» στην Ιταλία το 2006, οδήγησαν σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις και στον υποβιβασμό της μεγάλης Γιουβέντους. Αλλά πώς θα γίνει κάτι ανάλογο εδώ, όταν επικρατεί πλέον μια κυνική κοινή εκδοχή πως η Ελλάδα είναι ουσιαστικά ένα άγριο Ουέστ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου όπου όλοι συντάσσονται με τον «νόμο» του εκάστοτε ισχυρού σερίφη; Όλοι τώρα φαίνεται πως γνώριζαν για τα στημένα, αλλά δεν έκαναν καταγγελίες είτε διότι τα μάθαιναν off the record ή διότι φοβούνταν είτε διότι περίμεναν να έρθει η σειρά τους. Και πάλι, ούτε ένας υπεύθυνος δεν παραιτείται για λόγους ευθιξίας - κάτι άκουσαν αλλά δεν ήξεραν, κάτι είδαν αλλά όχι πολύ καλά, οι αποδείξεις δεν ήσαν αρκετές, κ. λπ.
Ριζική λύση είναι δυνατή ίσως εάν τοποθετήσουμε τα στημένα στο ευρύτερο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο. Δεν πρόκειται απλά για συνηθισμένες παρανομίες, αλλά συνιστούν υπονόμευση της γοητείας του αθλητικού ανταγωνισμού και εκμετάλλευση της αγάπης για την ομάδα του καθενός μας. Έχουμε, λοιπόν, την ανάγκη όχι μόνο να εξοστρακίσουμε τους υπεύθυνους και τους απαθείς συνεργάτες τους, αλλά και να επαναπροσδιορίσουμε τις βάσεις του επαγγελματικού μας ποδοσφαίρου με γνώμονα το γνήσιο αθλητικό πνεύμα.
* Ο κ. Αλέξανδρος Κιτροέφ διδάσκει κοινωνική ιστορία και ιστορία του αθλητισμού στο Haverford College στις ΗΠΑ και είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ελλάς, Ευρώπη, Παναθηναϊκός – 100 χρόνια ελληνικής ιστορίας».

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Τι περιμένουμε από τους σύγχρονους καλλιτέχνες;

Εχουμε πραγματικά ανάγκη μια τέχνη που να παρηγορεί την ψυχή ή μήπως μια τέχνη που να ανακουφίζει τα κουρασμένα μας νεύρα;

Η κρίση βαθαίνει, η πραγματικότητα δείχνει τα δόντια της και είναι κυρίως από το δικό της δυσάρεστο χνώτο που έρχεται η ζέστη του φετινού καλοκαιριού. Από κάθε αρνητικό, αποσπάστε το θετικό του, συνιστούσαν οι στωικοί φιλόσοφοι. Εάν ακολουθήσουμε τις οδηγίες τους θα δυσκολευτούμε πολύ ή μπορεί και να απελπιστούμε επειδή δεν βλέπουμε τίποτα μπρος μας που να μοιάζει με διέξοδο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η τέχνη έρχεται συνήθως ως αρωγός. Παρουσιάζεται σαν η πιο συμπονετική και η πιο αποτελεσματική παρηγορήτρα. Τουλάχιστον αυτό συνέβαινε άλλοτε. Γιατί εδώ και καιρό -και σήμερα φαίνεται πολύ πιο καθαρά- ο προορισμός της άλλαξε. Σκοπός της δεν είναι πια η εξύψωση, είναι η «τόνωση» των απογοητευμένων. Αραγε αυτό είναι που χρειάζεται; Εχουμε πραγματικά ανάγκη μια τέχνη που να παρηγορεί την ψυχή (χωρίς να την ξεγελάει) ή μήπως μια τέχνη που να ανακουφίζει τα κουρασμένα μας νεύρα;
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Σ’ έναν πίνακά του, τον «Μισάνθρωπο», ο Μπρύγκελ δείχνει έναν άνθρωπο που αποχωρεί απαυδισμένος από τον κόσμο. Μια επιγραφή από κάτω λέει: «επειδή ο κόσμος είναι άθλιος, εγώ φεύγω και πάω να θρηνήσω». Η στάση του καλλιτέχνη εδώ και μερικές δεκαετίες δεν ήταν πολύ διαφορετική. Είχε στρέψει τα νώτα του σε μια κοινωνική πραγματικότητα που τον ενοχλούσε, τον υποβίβαζε, τον υποχρέωνε να ζει σ’ ένα πολιτιστικό σκουπιδότοπο. Αλλά την ίδια στιγμή που απέστρεφε αηδιασμένος το βλέμμα, οι παμπόνηροι που τον είχαν εξωθήσει στο περιθώριο, εξακολουθούσαν να τον έχουν για στόχο. Στον πίνακα του Μπρύγκελ βλέπουμε ένα διαβολεμένο ανθρωπάριο να απλώνει το χέρι και να κλέβει τον διαμαρτυρόμενο αναχωρητή που δεν παίρνει είδηση τι γίνεται πίσω του. Δεν υπάρχει επομένως περίπτωση να αποκοπούμε εντελώς από τον κόσμο. Αν του γυρίσουμε την πλάτη, τόσο το χειρότερο, αυτός θα μας εξαπατήσει ευκολότερα.
Αδιαφορία
Το μήνυμα του Φλαμανδού ζωγράφου δεν είχε φθάσει στ’ αυτιά των συγχρόνων καλλιτεχνών. Συνέχιζαν να δυσφορούν, παράλληλα όμως και να απολαμβάνουν το προνόμιο των πειραματιστών που δεν δίνουν λογαριασμό σε κανένα. Φυσικά, η κοινωνία της αφθονίας μπορούσε να τους ανταμείβει κι αυτούς, όπως τον καθένα που θα ήταν ικανός να προσθέσει κάτι στο θέαμα και την ποικιλία του κόσμου. Οι αποτραβηγμένοι δεν ήταν τελικά παρά τρόφιμοι του καταναλωτικού «πλουραλισμού».
Ωσπου έρχεται η κρίση και τους αναγκάζει όλους σε επάνοδο. Να λοιπόν το θετικό, που λέγαμε στην αρχή. Οι καλλιτέχνες φαίνεται να επιστρέφουν, να νοιάζονται για τη δυστυχία μας, κι εμείς μπορούμε να καταλαβαίνουμε ότι μας νοιάζονται. Πλην όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Παρατηρούμε ότι συχνά η τέχνη επιστρέφει όχι ως δύναμη που μετουσιώνει, αλλά ως ειδική υπηρεσία «διαχείρισης κρίσεων». Εχουμε, πράγματι, γίνει μάρτυρες μιας επιχείρησης όπου μια ορισμένη καλλιτεχνία συνδυάζεται με μια ορισμένη υγιεινή. Προσφέρονται συνταγές για art-therapy, για χαλάρωση μέσω μουσικής, για ψυχοθεραπεία μέσω λογοτεχνίας. Μαζί μ’ αυτά πάνε και οι πιο εφαρμοσμένες τεχνικές για το πώς θα ασκήσετε την τέχνη του γάμου, πώς θα κάνετε φίλους και γενικά πώς θα μαγειρέψετε τα πάντα στην κουζίνα της ζωής σας ώστε να υπάρχουν διαρκώς χαμόγελα γύρω σας - κι αν όχι χαμόγελα, κάτι λιγότερο ευχάριστο μεν, οπωσδήποτε όμως πιο σταθερό: η συγκατάβαση των άλλων.
Οικονομική λογική
Καλούμαστε λοιπόν να ζήσουμε πιο μετρημένα, πιο ευέλικτα, πιο ανεκτικά. Μα ακριβώς αυτό δεν μας ζητούν και οι κατά τα άλλα απεχθείς κυρίαρχοι των αγορών; Αυτό δεν είναι που υποτίθεται ότι συμπιέζει τη ζωή μας; Τελικά είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, οι διάφοροι καλλιτεχνίζοντες σύμβουλοι ξανατυλίγουν τους πελάτες τους με το δίχτυ μιας οικονομικής λογικής που δεν ξέρει παρά μόνο από έσοδα και έξοδα.
Θα πείτε ότι υπάρχει πάντα και η άλλη τέχνη, αυτή που εξακολουθεί με τον τρόπο της να αναφέρεται στο ωραίο. Ομως κι εδώ παραμένει το πρόβλημα. Γιατί αν (και σ’ αυτό συγκλίνουν οι θεωρίες) ωραίο είναι πάντα η «ενότητα μέσα από την πολλαπλότητα», το ερώτημα που γεννιέται σήμερα είναι πού έχει πάει η μέριμνα για την ενότητα. Ολα την αρνούνται μέχρι στιγμής, ή μάλλον όλα είναι απόπειρες για να την παρακάμψουν. Η καταχρηστική, για παράδειγμα, προσφυγή στα γκράφιτι, στο κολάζ και στις διάφορες τυφλές μείξεις διαφόρων μέσων και τεχνολογικών τρυκ, η σαρωτική επίσης μόδα των θεατρικών διασκευών καθώς και η εκρηκτική πληθωρικότητα κραυγών και χειρονομιών σε παραστάσεις, δρώμενα και χάπενινγκ είναι σημάδια πως η αποσπασματικότητα θριαμβεύει. Βεβαίως είναι ταυτόχρονα και σημάδια της μεγάλης, της ασφυκτικής ανάγκης για έκφραση. Οταν όμως η έκφραση γίνεται υπερ-έκφραση, τότε παύει η τέχνη και φιγουράρει απλώς το εγώ ενός ζογκλέρ που φωνάζει: «Δες τε με, είμαι εδώ και συμμερίζομαι τον πόνο σας». Αυτό ονομάστε το όπως θέλετε. Δεν λέγεται όμως ούτε εξύψωση ούτε μετουσίωση.
Θα περιμένουμε πάντως κι άλλο. Κανείς δεν ξέρει τι θα προκύψει. Δεν αποκλείεται με τα επόμενα τραντάγματα της κρίσης να λακίσουν οι σαλτιμπάγκοι που χορεύουν πάνω στα ερείπια. Και να ξεμυτίσει στη θέση τους, κάποιο άλλο είδος, καινούργιο. Ισως θυμίζει, αμυδρά έστω, εκείνους που στον 19ο αιώνα αποκάλεσαν «καλλιτέχνες - οικοδόμους». Χωρίς αμφιβολία η πίστη τους θα είναι μικρότερη. Τουλάχιστον όμως δεν θα τους λείπει η υπομονή και το πείσμα.
Του Βασίλη Καραποστόλη

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Μια νύχτα στο μουσείο

Ενα παιχνίδι γνώσης και φαντασίας που λάτρεψαν τα παιδιά

Οταν η Αλκμήνη, ο Γιάννης και ο Σωκράτης, τρία αδέλφια ηλικίας έως 11 ετών περνούν με τη μητέρα τους έξω από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, λένε «το μουσείο μας». Από τον περασμένο Μάιο που διανυκτέρευσαν παρέα με συμμαθητές τους ανάμεσα στα αγάλματα, στα όπλα των αρχαίων Μακεδόνων, στους αμφορείς και στα αρχαία λυχνάρια νιώθουν ότι αυτό το μουσείο είναι όντως δικό τους.
Τα τρία αδέλφια απ’ το 41ο Δημοτικό, είναι μεταξύ των 260 παιδιών, ηλικίας 8-12 ετών, που κοιμήθηκαν φέτος στα... πόδια των αρχαίων αγαλμάτων ή κάτω από προσωπογραφίες κι όπλα εθνικών ηρώων, σ’ ένα ξεχωριστό πρόγραμμα που υλοποιεί η αντιδημαρχία Πολιτισμού - Παιδείας - Τουρισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Οι υπεύθυνοι του δήμου, που υλοποιούν το πρόγραμμα, μιλούν για μια από τις πλέον σύγχρονες μουσειολογικές πρακτικές του εξωτερικού, που «βρήκε μεγάλη ανταπόκριση κι επιτυχία» και στα μουσεία της Θεσσαλονίκης. Οι λιλιπούτειοι βραδινοί επισκέπτες, που είχαν την ευκαιρία να δουν τις αίθουσες και τα εκθέματα των μουσείων αλλιώς, να ξενυχτήσουν ακούγοντας ιστορίες και παραμύθια, ν’ αναζητήσουν θησαυρούς στα εκθέματα και στις παραστάσεις των αμφορέων, περιγράφουν «μια νύχτα διαφορετική, με λίγη περιπέτεια», που ασφαλώς θα τη θυμούνται για καιρό.
Βαρέθηκαν
Κι όμως, «μια φορά που τους πήγα για ξενάγηση στο Αρχαιολογικό Μουσείο», λέει η μητέρα των τριών παιδιών, κ. Δήμητρα Χαραλαμπίδου, «είχαν βαρεθεί. Είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητο. Το πρωινό, όμως, που τους πήρα από τη διανυκτέρευση μιλούσαν για ημέρες γι’ αυτά που έμαθαν τη νύχτα. Αυτή τη φορά το έζησαν!» Το διαδραστικό παιχνίδι φαντασίας με τους αμφορείς και τα ψηφιδωτά του μουσείου, «η εξερεύνηση στις αίθουσες, να βρούμε αντικείμενα για την αρχαία Ρώμη», αποτυπώθηκαν στη μνήμη της Αλκμήνης, ενώ για τον Γιάννη οι βυζαντινές κλειδαριές ήταν τα καλύτερα εκθέματα. Τώρα τα τρία αδέρφια θέλουν να διανυκτερεύσουν σ’ όλα τα μουσεία της Θεσσαλονίκης.
Το πρόγραμμα «sleepover» ξεκίνησε από μια συνάντηση του αντιδημάρχου κ. Σπύρου Πέγκα με ομάδες εθελοντών. Ενας έριξε την ιδέα για τις διανυκτερεύσεις παιδιών στα μουσεία. Η πρώτη πρόσκληση τον περασμένο Μάιο προς τους μικρούς μαθητές να πάρουν τον υπνόσακό τους, ζεστά και άνετα ρούχα και τα παντοφλάκια τους για να διανυκτερεύσουν Παρασκευή βράδυ στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα ήταν μόνο η αρχή. Ολυμπιακό Μουσείο, Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Πολεμικό, Λαογραφικό - Εθνολογικό Μουσείο, Φωτογραφίας, Τελλόγλειο Ιδρυμα Τεχνών ΑΠΘ και Μουσείο των Σιδηροδρόμων προστέθηκαν στη συνέχεια και φιλοξένησαν δωρεάν τους τελευταίους εφτά μήνες, για μια νύχτα, δεκάδες παιδιά, σε ομάδες των 25 και 30.
«Οι μικροί επισκέπτες» είπε η υπεύθυνη του προγράμματος κ. Τάνια Καραμάνη προσέρχονται γύρω στις 7 το απόγευμα, αφού οι γονείς έχουν δηλώσει εγγράφως την συναίνεσή τους. Ο δήμος αναλαμβάνει τα υπόλοιπα. Στρώματα από τους παιδικούς δημοτικούς σταθμούς για τους υπνόσακους. Βραδινά σνακ και πρωινό, οδοντόβουρτσα και οδοντόκρεμα (συνήθως προσφέρονται από χορηγούς).
Το βασικό μενού
Τα εκπαιδευτικά προγράμματα από το εξειδικευμένο προσωπικό των μουσείων και η ξενάγηση μέσα από παιχνίδια αποτελούν το βασικό μενού της βραδιάς. Ολοκληρώνονται πριν από τα μεσάνυχτα που τα παιδιά πέφτουν για ύπνο. Βοήθεια και υποστήριξη παρέχουν οι νηπιαγωγοί των δημοτικών παιδικών σταθμών που προσέχουν τα παιδιά τη νύχτα, εκτελώντας χρέη ομαδαρχών μιας κατασκήνωσης, ενώ για ασφάλεια υπάρχουν και μέλη της ομάδας διάσωσης του δήμου.
Συνήθως, η δράση είναι καταιγιστική. Οι μικροί μαθητές παίζουν, γνωρίζουν και μαζί μαθαίνουν. Αυτός δεν είναι άλλωστε ο στόχος;
Του Θαναση Τσιγγανα

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Παράδοση

Πως οι Έλληνες έπεσαν στα τούρκικα  
Πέρυσι, όταν άρχιζε να φουντώνει η κρίση, σε ένα εστιατόριο της Θεσσαλονίκης έβλεπα τους Ελληνες να τραγουδούν και να χορεύουν λαϊκά. Αρχιζαν με Ρασούλη και κορύφωναν με Στράτο Διονυσίου και Ακη Πάνου. Βαριά τραγούδια, νταλκαδιάρικα, ζεϊμπέκικα προ πάντων. Σκέφτηκα τότε ότι στον δύσκολο καιρό που έρχεται οι Ελληνες θα αναδιπλωθούν προς τα έσω, για καλό και για κακό. Καλό, γιατί η ενδοσκόπηση μπορεί να δώσει καρπούς αυτογνωσίας, να απομακρύνει έναν ορισμένο επιπόλαιο κοσμοπολιτισμό, συνυφασμένο με την εύκολη χλιδή των δανεικών.
Κακό, γιατί η εσωστρέφεια μπορεί εύκολα να φουντώσει έναν αμυντικό ναρκισσισμό και μιαν αυταρέσκεια θύματος.
Θυμήθηκα εκείνη την έλλαμψη πρόσφατα, παρακολουθώντας τουρκικά σίριαλ σε δημόσιους χώρους. Είχα αναρωτηθεί στο παρελθόν γιατί έχουν τέτοια επιτυχία τα τουρκικά σίριαλ στο ελληνικό μαζικό κοινό και δεν εύρισκα ικανοποιητική απάντηση. Τώρα τολμώ να κάνω μια υπόθεση, συνοπτικά την εξής: τα λαϊκά στρώματα, αυτά που τρέφονται ψυχαγωγικά με τηλεόραση, αναγνωρίζουν στις χονδροειδείς τυπολογίες των τουρκικών σίριαλ κάτι από τον χαμένο κοινωνικό εαυτό και τις παλαιές βεβαιότητες.
Κατ’ αρχάς, το ορατό. Στα τουρκικά σίριαλ οι χαρακτήρες είναι αδροί, με ξεκάθαρα περιγράμματα, δραματικά καλοί ή κακοί, οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες είναι γυναίκες. Οι άντρες φορούν σκούρα κοστούμια και λευκά πουκάμισα. Οι γυναίκες είτε φορούν μαντίλες και τσεμπέρια, οι πιο ηλικιωμένες, είτε είναι κορέκτ καλλονές δυτικού τύπου, παίζουν ρόλο συζύγου, ερωμένης ή μάνας, σε έναν ανδρικό κόσμο. Η φαμίλια είναι το ισχυρότερο κοινωνικό (και δραματουργικό) κύτταρο. Το κράτος στέκει στο φόντο, αυστηρό, συγκαλυμμένα αυταρχικό. Οι άνθρωποι συγκρούονται μεταξύ ορμεμφύτων και ηθικών κανόνων, μεταξύ φατρίας και κράτους, μεταξύ φεουδαρχίας και νεωτερικότητας. Αντρες και γυναίκες, ντυμένοι συντηρητικά, απολύτως κομφορμιστικά, πάντως «ευρωπαϊκά», συνομιλούν διαρκώς με κινητά, κυκλοφορούν με χλιδάτες κούρσες BMW και Mercedes, μπαινοβγαίνουν σε σπίτια πολυτελώς υβριδικά, σημερινές εκδοχές του τουρκομπαρόκ.
Τα τουρκικά σίριαλ εικονίζουν σχηματικά, με τη φόρμα του λαϊκού ρομάντσου και της σαπουνόπερας, έναν κόσμο ταυτοχρόνως ιδεατό και πραγματικό, μακρινό και κοντινό, ανατολικό-ασιατικό και δυτικό-ευρωπαϊκό, έναν κόσμο μεταιχμιακό. Το ελληνικό κοινό αντικρίζει τον εαυτό του ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο, στο πέρασμα. Οπισθοδρόμηση; Αν το δούμε τυπικά, γραμμικά, ναι, το ελληνικό κοινό «οπισθοδρομεί», ταυτιζόμενο ενδοψυχικά με την τουρκική κοινωνία των σίριαλ, την τόσο ανδροκρατική και αυταρχική, όπου κυριαρχούν η ενδοοικογενειακή τιμή και αντιπαλεύουν η ωμή δύναμη και τα σφοδρά συναισθήματα. Μπορούμε να πούμε ότι το προχωρημένο ελληνικό κοινό, ευρισκόμενο κοινωνικά-πολιτισμικά-ιστορικά σε ανώτερο στάδιο, σαγηνεύεται από τους καθυστερημένους ιδεότυπους και την προνεωτερική ηθογραφία των Τούρκων.
Γιατί; Γιατί η εγχώρια παραγωγή δεν παράγει ηθογραφία, που να καθρεφτίζει την ελληνική κοινωνία πειστικά, με χιούμορ ή με αληθοφανείς συγκρούσεις. Ούτε δραματική ούτε κωμική. Τα τελευταία αρκετά χρόνια, η ελληνική τηλεοπτική παραγωγή κατακλύστηκε από καλιαρντές καρικατούρες, στις οποίες οι άντρες εικονίζονται ως ευνούχοι ηλίθιοι, οι γυναίκες ως τραβεστί ντόμινες, και όλοι μαζί διαλέγονται ουρλιάζοντας και αλληλοκραζόμενοι. Εξ ου και οι αδροί, συχνά χονδροειδέστατοι, χαρακτήρες των τουρκικών φαίνονται πιο πειστικοί, πιο αληθοφανείς ή, τουλάχιστον, πιο ελκυστικοί για ταυτίσεις.
Αλλά η σημαντικότερη αιτία για τη δημοτικότητα των τουρκικών είναι μάλλον η ψυχοκοινωνική αναδίπλωση των λαϊκών στρωμάτων ενώπιον του ναυαγήσαντος εκσυγχρονισμού. Οι αδρές, στέρεες δομές των τουρκικών οικογενειών, οι σπαθάτοι άντρες, με την υπερχειλίζουσα αρρενωπότητα, οι υπερθηλυκές γυναίκες που είναι όμως σύζυγοι και μητέρες, και όχι ξέκωλα ή dominatrix, το προστατευμένο χρήμα της κλειστής φαμίλιας, οι παγιωμένοι κώδικες τιμής, όλα τούτα τα προνεωτερικά ή πρωτοαστικά αναδύονται οικεία και ελκυστικά μπρος στα διψασμένα μάτια ενός ακροατηρίου που έχει χάσει τα ζύγια του, το ειδικό του βάρος, το παλαιό του μέτρο. Το ελληνικό κοινό βλέπει διψασμένο έναν παλαιό κόσμο, «ανατολικό», βραδύ και αδρό, τον κόσμο που έχασε. Εχασε τις μαντίλες και τα τσεμπέρια, λυτρώθηκε από προκαταλήψεις και αγκυλώσεις, αλλά δεν βρήκε σίγουρο βηματισμό και γονιμότητα στη φρενιτιώδη υστερονεωτερικότητα. Ο εκσυγχρονισμός έφερε διαψεύσεις, ματαιώσεις, πρόδωσε τις υπερτροφικές προσδοκίες. Και μας έριξε στα τούρκικα.
Tου Nικου Γ. Ξυδακη