Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Στον παλμό των αδύναμων

Από την Μ. Θεοδοσοπούλου

Μαρία Γαβαλά
Από γυαλί
εκδόσεις Κέδρος, σ. 170, ευρώ 12
Η Μαρία Γαβαλά συνεχίζει να εκπλήσσει, καθώς περνάει από τη μια καλλιτεχνική έκφραση στην άλλη. Ως σεναριογράφος και σκηνοθέτις, δοκιμάζεται, κοντά μία δεκαπενταετία, σε ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές σειρές, μικρού μήκους ταινίες και τρεις μεγάλου μήκους. Παρά τις βραβεύσεις και την καλή υποδοχή από κριτική και κοινό, εγκαταλείπει τον χώρο του κινηματογράφου και ύστερα από ένα διάστημα σιωπής, μεταπηδά στη λογοτεχνία. Εμφανίζεται ως μυθιστοριογράφος, με σταθερό ρυθμό έκδοσης, κάθε δυο-τρία χρόνια, πολιορκώντας παραπλήσιους με τις ταινίες της θεματικούς πυρήνες. Στο στόχαστρο βρίσκονται οι ανθρώπινες σχέσεις, προπαντός οι ερωτικές, έτσι όπως ανθούν, προσαρμόζονται και φθείρονται. Ο απολογισμός είναι έξι μυθιστορήματα εντός μίας δεκαπενταετίας. Ως έναν βαθμό, ομότροπα μεταξύ τους, με το τελευταίο, Τα κορίτσια της πλατείας, να παίρνει τη μορφή παρωδίας αστυνομικού, το οποίο εκτυλίσσεται στην Αθήνα τις παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων. Εδώ, ιδιόρρυθμοι τύποι τρέχουν γύρω από ερωτευμένα κορίτσια, με σκηνικό χώρο μια πλατεία στην καρδιά της πόλης, όπου συμβαίνουν τα πιο απίθανα περιστατικά. Ως μυθιστορηματική σύνθεση δίνει την εντύπωση ότι είναι έτοιμη να γυριστεί σε ταινία. Αντ' αυτής, ακολουθεί ένα πεντάχρονο διάλειμμα.
Εφέτος, η Γαβαλά επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων, για την οποία δεν μας προϊδέαζε η μέχρι σήμερα συγγραφική της πορεία. Στις καινούριες ιστορίες ο έρωτας, σε όλες του τις εκφάνσεις, απουσιάζει, όπως λείπουν και τα ζεύγη γυναικών που πρωταγωνιστούν στις ταινίες και τα μυθιστορήματά της. Η συγγραφέας φαίνεται να μη θηρεύει πλέον το εξαιρετικό. Ούτε ιδιόρρυθμους τύπους πλάθει ούτε παράξενα περιστατικά σκηνοθετεί. Πιστεύουμε ότι αυτό συνιστά μια πρώτη ένδειξη μεγαλύτερης ωριμότητας. Το στίγμα του καινούριου βιβλίου το δίνει η ίδια σε ένα από τα διηγήματα. Εννέα συνολικά τα διηγήματα της συλλογής, στα τρία η αφηγήτρια εμφανίζεται ως συγγραφέας. Σε ένα από αυτά, εμπλέκει τον εκδότη της, δίνοντας μία από τις λιγοστές μυθοπλαστικές εκδοχές γύρω από τις σχέσεις συγγραφέα-εκδότη, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Η ηρωίδα του διηγήματος υποβάλλει στον εκδότη της, για δεύτερη φορά, μια συλλογή ιστοριών και εκείνος, για δεύτερη φορά, τις απορρίπτει. Κι αυτό, παρ' ότι εκείνη πειθάρχησε, όπως αφήνει να εννοηθεί, στις υποδείξεις του και επέφερε αλλαγές -διορθώσεις τις αποκαλεί- στις ιστορίες της. Πρόκειται, προφανώς, για έναν εκδότη, από εκείνους τους λιγοστούς, που δεν περιορίζονται στην εμπορική πλευρά, αλλά, επιπλέον, έχουν άποψη και περί λογοτεχνίας. Γι' αυτό και επιμένει ότι το βιβλίο της δεν είναι καλό. Προβλέπει, μάλιστα, μετά βεβαιότητας, ότι και οι λοιποί εκδότες θα το απορρίψουν. Σύμφωνα με την αφήγηση, η εν λόγω συγγραφέας δεν στενοχωριέται απλώς, αλλά βιώνει την απόρριψη ως τραύμα. Παρηγοριέται, ωστόσο, διαβάζοντας ότι και ο Τζόυς είχε γνωρίσει την απόρριψη αλλά επέμεινε. Οταν, πάντως, της ζητούν να περιγράψει το απορριφθέν βιβλίο, εξηγεί ότι είναι «ιστορίες σε συνέχειες, στενά δεμένες μεταξύ τους, χωρίς τέλος». Μπορούμε να εικάσουμε ότι ο εκδότης θα επέμεινε οι ιστορίες να είναι «στενά δεμένες μεταξύ του», μήπως και μπορέσει να το προωθήσει, τουλάχιστον ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αφού το μυθιστόρημα είναι το μοναδικό είδος για το οποίο υπάρχει ακόμη ζήτηση.
Το εν λόγω διήγημα, σε αντιδιαστολή με τα άλλα της συλλογής, διατηρεί έναν ανάλαφρο τόνο αυτοσαρκασμού, καθώς η περιγραφή του βιβλίου της ηρωίδας παραπέμπει πλαγίως στο βιβλίο της ίδιας της Γαβαλά. Μπορεί οι δικές της ιστορίες να μη συνδέονται στενά μεταξύ τους, παρά μόνο χαλαρά, κι αυτό, χάρη στον τόπο που διαδραματίζονται -σύνδεση που, πιθανώς, να προέκυψε κατά τις διορθώσεις, ώστε να δοθεί ο χαρακτήρας του σπονδυλωτού-, ωστόσο πρόκειται, σίγουρα, για ιστορίες χωρίς τέλος. Ακριβέστερα, πρόκειται για ιστορίες χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Πιο συγκεκριμένα, εκκινούν από ένα αυθαίρετο σημείο της ζωής του κεντρικού ήρωα, τον παρακολουθούν για λίγο, χωρίς τις συνήθεις αναδρομές στο παρελθόν του, και τον εγκαταλείπουν, παρ' όλο που δεν έχει δοθεί κάποια οριστική έκβαση σε όσα συμβαίνουν. Σαν ένας αόρατος σκηνοθέτης να είπε CUT, αφήνοντας μετέωρες διαφορετικές εκδοχές.
Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής, η αφηγήτρια, και πάλι μια συγγραφέας -που εδώ παρουσιάζεται ως συνεργάτρια περιοδικού, αφήνοντας αδιευκρίνιστο το είδος του κειμένου που προσπαθεί να γράψει- ύστερα από σειρά αντίξοων περιστατικών, που ανέτρεψαν το ημερήσιο πρόγραμμα εργασίας της, κάνει έναν απολογισμό όσων επωφελών και επιζήμιων της συνέβησαν, καταλήγοντας ότι υπήρξε «ισοστάθμιση θετικών και αρνητικών». Αυτή η «αρμονία», σύμφωνα και με τον τίτλο του διηγήματος, είναι η εντύπωση που δημιουργούν όλες οι ιστορίες του βιβλίου. Παρ' ότι περιγράφονται αδιέξοδες ή και στενόχωρες καταστάσεις, μένει πάντοτε περιθώριο στους ήρωες για αντίσταση, διαγράφοντας μια αισιόδοξη προοπτική.
Ενα κοινό χαρακτηριστικό των διηγημάτων με τα μυθιστορήματα της Γαβαλά είναι η γυναικεία οπτική. Αλλάζουν, ωστόσο, οι ηλικίες των κεντρικών προσώπων. Στις καινούριες ιστορίες παρουσιάζονται τα άκρα του ηλικιακού φάσματος: νέα κορίτσια και ηλικιωμένες. Αντίστοιχα, αλλάζουν οι σχέσεις γύρω από τις οποίες πλέκονται οι ιστορίες, από ερωτικές γίνονται ενδοοικογενειακές. Ετσι όπως συμπαρατάσσονται οι ιστορίες των μεν και των δε, υποβάλλεται η αντιστοιχία ανάμεσα στις δύο ηλικίες. Από τη μια, τα ερωτικά σκιρτήματα, μετά βίας αναγνωρίσιμα, και από την άλλη, η ερωτική διέγερση, ως μη αναμενόμενη έκπληξη. Και στις δύο φάσεις, η σχέση με το άλλο φύλο διαγράφεται ανταγωνιστική. Είτε εκφράζεται παραβγαίνοντας στα παιχνίδια είτε στη συζυγική συνύπαρξη. Οσο για τις επιθυμίες, τόσο των κοριτσιών όσο και των ηλικιωμένων, σκοντάφτουν στο ανίσχυρο της ηλικίας και την εξάρτηση από τους άλλους. Η προνομιούχος σχέση μητέρας-κόρης διαγράφει, από ιστορία σε ιστορία, ολόκληρο το φάσμα, μέχρι την τελική αλλαγή θέσεων, με τη μητέρα να τρέφεται με μπιμπερό. Στα πρόσφατα διηγήματα της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου σκιαγραφείται η ίδια μεταλλαγή, με τη γερόντισσα γαντζωμένη στις κόρες της. Γιατί, πάντοτε, πρόκειται για θηλυκά, καθώς τα αρσενικά εγκαταλείπουν νωρίς την οικογενειακή εστία. Η σχέση, ωστόσο, με τη μητέρα περιγράφεται και σε διηγήματα ανδρών συγγραφέων, όπως στα πρόσφατα του Τάσου Καλούτσα, που δίνει με εξαίρετη ενάργεια τη συναισθηματική εξάρτηση. Τη φροντίδα, όμως, την αναλαμβάνει έμμισθα μια ξένη, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται η αντιμετάθεση ρόλων, που τονίζει τη φθορά.
Οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες αποκαλύπτουν την ιδιομορφία των συζυγικών σχέσεων, την οποία συγκαλύπτει συνήθως η καθημερινή ρουτίνα, με αποτέλεσμα να μη γίνεται αντιληπτή. Τα υποκοριστικά -«βολτούλες», «κουβεντούλα»- που επιστρατεύονται ως τίτλοι, καθώς και το εισαγωγικό μέρος των διηγημάτων, προδιαθέτουν για διηγήσεις μάλλον ιλαρών περιστατικών. Η αφήγηση κωλυσιεργεί επιδέξια, μέχρι που ανατρέπει τις προσδοκίες. Στη μία, πίσω από τη φαινομενικά αρμονική συνύπαρξη, κρύβεται ένα καθυστερημένο παιδί. Το ζεύγος έχει βρει ένα modus vivendi, με κυψελίδες ευδαιμονίας, που λειτουργεί προστατευτικά. Στην άλλη, που εκτυλίσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη συζυγική κλίνη, το ζεύγος βιώνει την απώθηση, αλλά και την ανάγκη προσκόλλησης των γεροντικών σωμάτων. Ωστόσο, όλες αυτές οι καταστάσεις, κοριτσιών και ηλικιωμένων, ενέχουν την υποψία ότι μπορεί και να σχηματοποιούνται, καθώς περιγράφονται από τη σκοπιά μιας μεσήλικης, δηλαδή της αφηγήτριας. Δηλώνει, άλλωστε, συγγραφέας και εμπνέεται γενικώς από τους αδυνάτους. Σε μια ιστορία, ένα θηλυπρεπές αγόρι, που δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει την ιδιαιτερότητά του, έρχεται αντιμέτωπο με τη βία. Σε μια άλλη, σκιαγραφείται ο σημερινός νεόπτωχος. Εχουμε την εντύπωση ότι είναι η πιο ενδιαφέρουσα της συλλογής, καθώς πλάθει, για πρώτη φορά, έναν ανέστιο, που γευματίζει στο ύπαιθρο με τα υπολείμματα της λαϊκής αγοράς, χωρίς να επαιτεί ή να ξεπέφτει σε μικρότητες, διατηρώντας έτσι την αξιοπρέπεια της προγενέστερης ζωής του. Οι ιστορίες, πάντως, στις οποίες υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο, με την ηρωίδα σε ρόλο συγγραφέως, να αφηγείται την υπόθεση και να ακούει τις κρίσεις τρίτων, ίσως να προσφέρονταν για πιο ουσιαστική εκμετάλλευση. Οπως και να έχει, η Γαβαλά κατόρθωσε να γράψει τις καλύτερες ιστορίες της με ένα θέμα, εκ πρώτης όψεως, απρόσφορο. Αυτό επικεντρώνεται στο ελάχιστο και συχνά ανάξιο λόγου της καθημερινότητας των φτωχών, των ανήμπορων και λοιπών αδύναμων. Ισως, το καλό αποτέλεσμα να προέκυψε γιατί κατόρθωσε να αποδώσει την εναγώνια προσπάθεια όλων αυτών να μη «σπάσουν», όπως διατυπώνεται στην ομότιτλη με τη συλλογή ιστορία. 

Αναμνήσεις βουτηγμένες στο μελάνι

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Αλέξανδρο Στεργιόπουλο (από την ελευθεροτυπία)

Ο Βασίλης Βασιλικός είναι συγγραφέας. Πιστός στην τέχνη του γραπτού λόγου. Η ζωή του όλη, βουτηγμένη στις λέξεις. Δεμένος με την πένα έχει μάθει να περπατάει μαζί της και να δημιουργεί δρόμους μοναδικούς.
Από το 1953 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει περισσότερα από 120 βιβλία. Είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος έλληνας πεζογράφος μετά τον Νίκο Καζαντζάκη. Το Μνήμη από μελάνι (εκδ. Διόπτρα, σ. 544, ― 16) αποτελεί απόπειρα αυτοβιογραφίας, όπως σημειώνει ο ίδιος. Γραμμένη το 1992 και δημοσιευμένη λίγα χρόνια αργότερα, με τον τίτλο Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα. Οι εκδόσεις Διόπτρα μάς δίνουν την ευκαιρία να τον ξαναγνωρίσουμε. Ο Βασίλης Βασιλικός δέχτηκε να μιλήσει στη «Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων» και να μας εξηγήσει γιατί η μνήμη είναι από μελάνι.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: Η μνήμη μπορεί να «κολυμπήσει» στο μελάνι;
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ: Η μνήμη είναι το μελάνι που αφήνει η σουπιά για να εξαφανίσει τον διώκτη της, που είναι η ίδια η μνήμη. Μνήμη-μνήμα-μνημόνιο όπου σταθούν κι όπου στηθούν «μνημονεύουν Διονύσιο Σολωμό και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».
Α.Σ.: Γιατί το Μνήμη από μελάνι το χαρακτηρίζετε «φιλολογικές αναμνήσεις;»
Β.Β.: Δεν είναι ο μόνος χαρακτηρισμός που του δίνω. Αλλού, μες στο ίδιο βιβλίο πάντα, το αναφέρω σαν «ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις», αλλού «φύλλα του φθινοπώρου», κατά το «Feullets d'automme» του Andre Gide. Το «φιλολογικές αναμνήσεις» μάλλον ειρωνικά πρέπει να διαβαστεί, γιατί μόνο τέτοιο είναι.
Α.Σ.: Αν δεν είχατε γνωρίσει τα πρόσωπα που αναφέρετε στο βιβλίο, θα ήσασταν διαφορετικός συγγραφέας;
Β.Β.: Διαφορετικός συγγραφέας θα ήμουν αν δεν διάβαζα τα βιβλία που με καλούπωσαν, που δεν αντιστοιχούν με τα πρόσωπα που αναφέρω.
Α.Σ.: Σήμερα διαθέτουμε πιο πολλούς συγγραφείς ή λογοτέχνες;
Β.Β.: Λογοτέχνης είναι μια γενικότητα που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Οπως και ο τεχνολόγος. Εχετε ακούσει να αποκαλεί ποτέ κανείς κάποιον «ο κύριος είναι τεχνολόγος»; Θα πει ο κύριος είναι ηλεκτρονικός, ηλεκτρολόγος, υδραυλικός, μηχανικός κ.τ.λ. Το ίδιο συμβαίνει και με μας. Υπάρχουν ποιητές, συγγραφείς (και με τον όρο αυτό περιλαμβάνονται όλοι οι πεζογράφοι), υπάρχουν δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, θεατρικοί συγγραφείς κ.τ.λ. Εξάλλου, αν αντιστρέψουμε τη λέξη λογοτεχνία μάς προκύπτει αυτόματα η λέξη τεχνολογία.
Α.Σ.: Αν η συγγραφή είναι καταναγκαστική εργασία που δεν προσπορίζει καμία χαρά, όπως σημειώνετε, γιατί γράφετε;
Β.Β.: Ολοι που κάνουν την ίδια εργασία κατ' επάγγελμα, φτάνει μια στιγμή που την καταριούνται. Φαίνεται ότι σ' αυτό που αναφέρεστε βρέθηκα σε μια τέτοια στιγμή.
Α.Σ.: Στο βιβλίο γνωρίζουμε τον Βασίλη Βασιλικό ή τον λογοτεχνικό ήρωα Βασίλη Βασιλικό;
Β.Β.: Νομίζω πως την απάντηση στο πολύ εύστοχο ερώτημά σας τη δίνει καλύτερα, από ό,τι μπορώ να τη δώσω εγώ, ο φιλόλογος-επιμελητής του βιβλίου και φίλος μου Αριστοτέλης Σαΐνης: «Ο Β.Β. μιλάει για όλους και για όλα και κυρίως για τον εαυτό του σαν ένα πρόσωπο ενός μυθιστορήματος». Αυτό το «σαν» τα λέει όλα. Εξάλλου στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο ο Γιάννης Κιουρτσάκης, πριν από χρόνια, είχε για τίτλο «Σαν μυθιστόρημα».
Α.Σ.: Σε ποια «νεκρόπολη» θα θέλατε να γράψετε το τελευταίο σας βιβλίο;
Β.Β.: Αυτή τη στιγμή, μόνο στην Ουρανούπολη, κάτω από τη σκιά του Αθωνα, θα ήθελα. Αλλά όπως δεν έχω σπίτι εκεί, πάλι απέναντι απ' το Αγιον Ορος, στη Θάσο, υπάρχει το πατρικό μου. Κι εκεί γράφω.
Α.Σ.: Η σημερινή κρίση τι είδους γραπτά μπορεί να «γεννήσει»;
Β.Β.: Ολες οι κρίσεις, από τις ανθρώπινες έως τις κοινωνικές, είναι αστείρευτη πηγή έμπνευσης των συγγραφέων. Μην ξεχνάτε ότι οι μεγάλοι αμερικανοί συγγραφείς (Στάινμπεκ, Φιτζέραλντ κ.τ.λ.) παιδιά του «κραχ» του 1929 υπήρξαν.
Α.Σ.: Οι συγγραφείς είναι χρήσιμοι αυτή την εποχή;
Β.Β.: Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι σε καμία εποχή δεν υπήρξαν άχρηστοι. *
Βασίλης Βασιλικός
Μνήμη από μελάνι
επιμέλεια-διόρθωση: Αριστοτέλης Σαΐνης
εκδόσεις Διόπτρα, σ. 544, ευρώ 16
Ο συγγραφέας γνωρίζεται με το κοινό μέσα από τα έργα του. Κάθε βιβλίο είναι και ένα κομμάτι του εαυτού του. Δεν χρειάζεται κάτι άλλο ο αναγνώστης για να αναπτύξει τη σχέση του με τον δημιουργό. Το ταλέντο στο γράψιμο αποτελεί τον ρυθμιστικό παράγοντα αυτής της σχέσης. Πόσο περισσότερο να εκτεθεί αυτός που γράφει; Η αυτοβιογραφία είναι το επόμενο βήμα. Τα περιθώρια, όμως, είναι στενά. Πόσο να ενδιαφέρει η παράθεση προσωπικών στιγμών; Η μαεστρία στη συγγραφή δίνει τη λύση και ο Βασίλης Βασιλικός συστήνεται με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Το Μνήμη από μελάνι φέρνει πιο κοντά το κοινό με τον άνθρωπο Βασίλη Βασιλικό, αλλά τον κρατά στην ίδια απόσταση και με τον συγγραφέα Βασιλικό. Ο Βασιλικός προσφέρει τον εαυτό του με τον δικό του τρόπο. Δεν περιορίζεται στους κανόνες της αυτοβιογραφίας. Στην ουσία γράφει μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Πριν από τον πρόλογο αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ολοένα σαν τον Γλαύκο Θρασάκη νιώθω, που βίωνε την πραγματικότητα σαν μυθιστόρημα, που μετέτρεπε τον βίο του σε μύθο για να τον αντέξει». Ο Βασιλικός βλέπει τη ζωή μέσα από τη ματιά του συγγραφέα κι αυτό του δίνει μεγαλύτερη άνεση για να περιγράψει την προσωπική του πορεία. Το βιβλίο αποτελείται από δώδεκα κεφάλαια. Δεν υπάρχει ευδιάκριτη αρχή, μέση και τέλος. Η αρίθμηση είναι ο πιο απλός τρόπος για να τακτοποιήσει τα τυχαία αποτελέσματα της μνήμης. Εκεί βουτάει ο Β.Β., αλλά δεν τον ενδιαφέρει σε πιο σημείο θα βρεθεί. Τον νοιάζει μόνο να κολυμπήσει και όπου τον βγάλει. Ενα μακροβούτι αρκεί για να ανασύρει πετράδια του παρελθόντος. Η γραφή του έχει εξομολογητικό ύφος, χωρίς υπερβολές όμως. Ο συγγραφέας ανακαλύπτει και αναδεικνύει τα μικρά και δύσκολα ορατά σημεία. Τα ξεχωριστά που κάνουν κάθε άνθρωπο ελκυστικό. Οι ανεπαίσθητες διαφορές είναι το αλατοπίπερο της ζωής και ο Βασιλικός μάς το παρέχει αφειδώς. Σ' αυτές φαίνεται η αλήθεια κάθε ατόμου. Στη σελίδα 137 αναφέρει τη συζήτηση που είχε με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο σχετικά με τον αισθητισμό σε ένα έργο τέχνης. Η συνομιλία με τον γνωστό σκηνοθέτη έγινε η αιτία να μη δει μια σημαντική παράσταση της γυναίκας του. Με αυτόν τον τρόπο κάνει προσιτό καθετί που υπάρχει στις σελίδες του βιβλίου. Ο Βασιλικός κατά κάποιον τρόπο μεσολαβεί ανάμεσα σε άγνωστα γεγονότα και το τώρα. Στη σελίδα 466 σημειώνει πώς έπεισε τον Οδυσσέα Ελύτη να κάνει δήλωση για τη δολοφονία Λαμπράκη. Το Μνήμη από μελάνι βρίθει τέτοιων γεγονότων. Τα πάντα, όμως, μοιάζουν κομμάτια μιας μεγάλης προσωπικής ιστορίας. Ενός προσωπικού μύθου που αγγίζει το ίδιο σφιχτά την αλήθεια και τη φαντασία. Για να το κάνει όμως ακόμη πιο ελκυστικό, τοποθετεί στην ιστορία και τον «Κύριο Μαρούλη». Ενα alter ego που εναλλάσσεται με τον πρωταγωνιστή Β.Β. Το Μνήμη από μελάνι έχει ρυθμό που αναπτύσσεται προοδευτικά κι έναν αφηγητή που απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη. Σαν να ξεφυλλίζουμε το ημερολόγιο ενός μεγάλου μαθητή. Μας αφήνει ανοιχτές χαραμάδες να δούμε αληθινά κομμάτια του εαυτού του.