| ||
|
προβληματισμός στην κρίση και χρήση της νεοελληνικής γλώσσας μέσα από την παράθεση αρθρογραφίας.
Κυριακή 19 Ιουνίου 2011
Η δωρεά οργάνων εκδήλωση φιλαλληλίας
Να γίνουν πρότυπα σχολεία στο κέντρο
Να γίνουν πρότυπα σχολεία στο κέντρο
Του Γιωργου Λιαλιου
Τα προβλήματα της Αθήνας ή οποιασδήποτε μεγαλούπολης δεν λύνονται με αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις και αναπλάσεις, με αυτοκινητόδρομους και νέα εμβληματικά κτίρια. Αν το ζήτημα στην Αθήνα είναι η εγκατάλειψη του κέντρου και η πλήρωσή του από μετανάστες, τότε θα πρέπει να εργαστείς επάνω στους μετανάστες και στην ταχεία ενσωμάτωσή τους. Χρειάζεται όμως και ευρηματικότητα, ενδεχομένως και ορισμένες κινήσεις-κλειδιά, όπως η δημιουργία εξαιρετικών σχολείων στο κέντρο. Ο διάσημος καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο ΜΙΤ Julian Beinart, μιλώντας στην «Κ», εκφράζει την αισιοδοξία του για την αναστροφή της τάσης υποβάθμισης του κέντρου της Αθήνας και εκτιμά ότι η πόλη δεν έχει ανάγκη να επανεφεύρει τον εαυτό της, έχοντας το πλεονέκτημα να ανήκει στο πάνθεον των ιστορικών πόλεων του κόσμου.
Ο Julian Beinart βρέθηκε πριν από λίγες ημέρες στην Αθήνα, προσκεκλημένος της Σχολής Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, για να μιλήσει σε συμπόσιο που οργανώθηκε στη μνήμη της καθηγήτριας Αρχιτεκτόνων Πολυξένης Κοσμάκη, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή πριν από ένα έτος. Η συζήτηση ξεκινάει από την ταχεία υποβάθμιση του κέντρου της Αθήνας και την αμερικανική εμπειρία. «Δυστυχώς, σε αυτές τις περιπτώσεις, η αρχιτεκτονική και ο πολεοδομικός σχεδιασμός δεν μπορούν να προσφέρουν πολλά», εκτιμά. «Πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο, που σε πολλές αμερικανικές πόλεις εμφανίστηκε ήδη από τη δεκαετία του ’20: η μετακίνηση των κατοίκων έξω από το κέντρο και η πλήρωση του κενού από τα φτωχότερα στρώματα, κυρίως μετανάστες. Πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για μια αναπόφευκτη, σχεδόν νομοτελειακή εξέλιξη στη ζωή μιας πόλης. Στην Αθήνα, απ’ ό, τι φαίνεται, πρέπει να γίνει ένας κύκλος. Στις ΗΠΑ τα παιδιά που μεγάλωσαν στα προάστια επιστρέφουν στο κέντρο. Βαριούνται τα σπίτια των γονιών τους και τη ζωή εκεί, θέλουν τις επιλογές και την ενέργεια της πόλης. Ο κόσμος εκτιμά και πάλι την αστική ζωή, τους μικρούς δρόμους, τα καταστήματα, τη διαφορετικότητα, το «new urbanism». Οι πιο δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές στις ΗΠΑ και στον κόσμο αποθεώνουν τη νεανικότητα της ενήλικης ζωής στο κέντρο των μητροπόλεων».
Τι χρειάζεται, λοιπόν, για να επιστρέψει αυτό το κλίμα και στην Αθήνα; Ο κ. Beinart εκφράζει μια άποψη αρκετά διαφορετική απ’ όσα ακούγονται σήμερα στην Ελλάδα για το θέμα. «Τα προβλήματα της πόλης είναι τα προβλήματα των κατοίκων της. Συχνά το ξεχνάμε και τα εξετάζουμε ως διαφορετικά πράγματα. Αν το πρόβλημα είναι η μεγάλη παρουσία μεταναστών, τότε πρέπει η πολιτεία να ασχοληθεί με τους μετανάστες. Συνήθως η πρώτη γενιά μεταναστών “θυσιάζεται”, εργάζεται σκληρά, δεν μαθαίνει τη γλώσσα, δεν ανοίγεται στην τοπική κουλτούρα. Το στοίχημα είναι τα παιδιά τους. Να γίνουν Ελληνες πολίτες, μέρος της νέας ελληνικής κουλτούρας», εκτιμά ο Νοτιοαφρικανός στην καταγωγή πανεπιστημιακός. «Χρειάζεται επίσης πρότυπα σχολεία στο κέντρο, να μην οδηγούνται οι κάτοικοι σε φυγή γι’ αυτόν τον λόγο».
Παρά την –όχι αδικαιολόγητη– απαισιοδοξία που αντίκρισε στους Ελληνες συναδέλφους του, ο Julian Beinart δηλώνει αισιόδοξος για την Αθήνα. «Ναι, θα στοιχημάτιζα στην Αθήνα. Δεν χρειάζεται branding (προώθηση) της πόλης, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, όλοι ξέρουν ποια είναι, έστω κι αν αυτό οφείλεται στο κλασικό παρελθόν της. Αυτό είναι ένα σπάνιο πλεονέκτημα που δεν πρέπει να το ξεχνάτε. Καμία ανερχόμενη ασιατική μεγαλούπολη δεν μπορεί να πάρει τη θέση των ιστορικών πόλεων στη φαντασία των πολλών. Η Αθήνα δεν χρειάζεται τον Rem Koolhaas ή την Zaha Hadid για να «μπει στον χάρτη». Οι πραγματικά σημαντικές πόλεις, όπως το Παρίσι και η Νέα Υόρκη, δεν βασίζουν τη φήμη τους στα τοπόσημα. Οι πόλεις φτιάχνονται από την ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος (urbanism), την ποιότητα του να είσαι εκεί, τη συλλογική μνήμη της πόλης, την κουλτούρα, το φαγητό. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η Αθήνα δεν ακολούθησε αυτό το μονοπάτι. Η Ελλάδα έχει μια ιστορική κουλτούρα, έχει παράδοση, πάντα κέρδιζε πολλά ως σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Η Τουρκία τα τελευταία χρόνια προωθεί τον εαυτό της σε αυτό το σταυροδρόμι, νομίζω όμως ότι η Ελλάδα είναι πιο κοντά σε αυτήν την πραγματικότητα».
Μέγιστη απειλή η κλιματική αλλαγή
Θέμα του συμποσίου, στο οποίο ο Julian Beinart ήταν κεντρικός ομιλητής, ήταν η μεταβαλλόμενη σχέση πόλης και φύσης. «Τα πράγματα έχουν αλλάξει», σημειώνει ο κ. Beinart. «Σήμερα, για πρώτη φορά από το 5.000 π. Χ., ζούμε σε ένα περιβάλλον που απειλεί την επιβίωσή μας ως είδος. Η κλιματική αλλαγή είναι ένα πρόβλημα με ανυπολόγιστες συνέπειες, στο οποίο δυστυχώς ακόμα και στις ΗΠΑ δεν δίνεται ακόμα η δέουσα προσοχή. Η βιοκλιματική αρχιτεκτονική έχει πολλά να προσφέρει, χρειάζεται όμως και μια παγκόσμια συμφωνία».
Η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει, αναπόφευκτα, και την εξέλιξη των μεγαλουπόλεων. «Το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε παράκτιες περιοχές και επομένως μεγάλες μάζες πληθυσμού θα αναγκαστούν σε μετακίνηση μέσα στον επόμενο αιώνα. Εκτιμώ ότι η κλιματική αλλαγή θα οδηγήσει σε μια μετανάστευση χωρίς προηγούμενο. Αν θεωρούμε, λοιπόν, σήμερα ότι αντιμετωπίζουμε έντονο μεταναστευτικό πρόβλημα, μπορεί να μην έχουμε δει τίποτα».
Συνεπώς, για τον καθηγητή του ΜΙΤ, η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή αφορά ουσιαστικά την αντιμετώπιση της φτώχειας στον Τρίτο Κόσμο και στις αναπτυσσόμενες χώρες. «Η συζήτηση περί αειφορίας έχει γίνει της μόδας. Αειφορία για ένα μεγάλο κομμάτι του πλανήτη είναι απλά η επιβίωση. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να συζητάμε για τις πόλεις μας σαν να πρόκειται να τις κλείσουμε σε τείχη».
Κυριακή 5 Ιουνίου 2011
Η ανάγκη της ποίησης
«Τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς;». Το ρητορικό ερώτημα του Χέλντερλιν τίθεται συχνά με ρητορικό πάντα τρόπο, αλλά διαφορετική σήμερα πια σημασία. Το ερώτημα για τον κορυφαίο Γερμανό ρομαντικό ποιητή είναι ρητορικό, δεν τίθεται καν θα έλεγε κανείς, διότι όχι απλώς η εγνωσμένη αξία, αλλά η ανάγκη για ποιητές και λογοτέχνες είναι παραπάνω από δεδομένη: «Οι Ποιητές [ωστόσο] σαν τους ιερείς του Βάκχου τους σεβασμίους χρεωστούν να φανερώνονται από Χώρα εις Χώραν, εν μέσω των ιερών νυχτών», μεταφράζει τους αμέσως επόμενους στίχους ο Παπατσώνης.
Γιατί οι ποιητές, όπως είπε ο Γουάλας Στήβενς είναι ιερείς του αόρατου. Μας αποκαλύπτουν την αόρατη, δηλαδή την ιερή φύση των πραγμάτων. Την ύπαρξη, με άλλα λόγια, των ανθρώπινων ορίων η ευκολοκατόρθωτη υπέρβαση των οποίων συνιστά βαριά απαράκαμπτη ύβρη. Διασάλευση της τάξης του κόσμου με οδυνηρές, αν όχι ολέθριες συνέπειες για τον υβριστή. Η αναγνώριση της ιερότητας των πραγμάτων είναι σε ένα πρώτο επίπεδο αναγνώριση της άφατης υπεροχής τους. Είναι η αίσθηση του αρχέγονου δέους ενώπιον της αστραπής, του σεισμού και της πλημμύρας. «Τὰ δὲ πάντα οἰακίζει Κεραυνός», έλεγε ο Ηράκλειτος.
Ο ποιητής είναι η αλογόμυγα που μας υπενθυμίζει διαρκώς τη θνητότητά μας. Τη μηδαμινότητά μας απέναντι στο γεγονός του θανάτου, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης. Εν ολίγοις ότι με το έτσι θέλω ή με το έτσι γουστάρω δεν μπορούμε να πάμε μακριά. Η αναγωγή των πάντων στο πεδίο της ισχύος οδηγεί τάχιστα και με μαθηματική ακρίβεια στην έκρηξη της βίας· στον πόλεμο όλων εναντίον όλων, για τον οποίο έκανε λόγο ο Χομπς.
Η αναγνώριση της ιερότητας του άλλου είναι αναγνώριση του γεγονότος ότι η επιδίωξη της απόλυτης – ενίοτε μέχρι εξοντώσεως – κατίσχυσης επί του Άλλου δεν γίνεται δίχως συνέπειες. Σέβομαι τον άλλο, την ύπαρξή του γιατί στο πρόσωπό του αναγνωρίζω την ιερότητα, δηλαδή τον τρομερό γεγονός της ζωής. Ότι δηλαδή η ύπαρξη είναι πάντοτε συνύπαρξη, ότι ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης που έχει ανάγκη την κοινωνία με τους άλλους.
Η αντίρρηση έρχεται εύκολα στα χείλη. Στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα ή ακόμα και στο κέντρο της πρωτεύουσας της χώρας η ανηλεής καθημερινότητα αποδεικνύει την μηδαμινή αξία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος δε φτουράει περισσότερο από ένα οποιοδήποτε χαρτονόμισμα ή μια μπουκιά ψωμί. Τόσοι άνθρωποι μακελεύονται καθημερινά για ένα τίποτα στα πέρατα της υφηλίου χωρίς να διασαλεύεται καμία απολύτως τάξη, χωρίς να αλλάζει το παραμικρό. Δεν κουνιέται, πραγματικά, φύλλο. Κάθε όμως φόνος μας βυθίζει λίγο περισσότερο στην απανθρωπία, στην κτηνωδία και στον ζόφο. Μας φέρνει ένα βήμα εγγύτερα στον Κουρτς του Κόνραντ και στην αποτρόπαια υλακή του: «Η φρίκη, η φρίκη!».
Η καλλιέργεια της αίσθησης του ιερού είναι καλλιέργεια της ανθρωπιάς. Όσο και όσοι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι θα συγκλονίζονται από την ύβρη της ανθρώπινης θηριωδίας. Τη μέρα που δεν θα συγκλονίζεται πλέον κανείς η αντίστροφή μέτρηση για τον αφανισμό του ανθρώπινου είδους θα έχει οπωσδήποτε αρχίσει.
Γιατί οι ποιητές, όπως είπε ο Γουάλας Στήβενς είναι ιερείς του αόρατου. Μας αποκαλύπτουν την αόρατη, δηλαδή την ιερή φύση των πραγμάτων. Την ύπαρξη, με άλλα λόγια, των ανθρώπινων ορίων η ευκολοκατόρθωτη υπέρβαση των οποίων συνιστά βαριά απαράκαμπτη ύβρη. Διασάλευση της τάξης του κόσμου με οδυνηρές, αν όχι ολέθριες συνέπειες για τον υβριστή. Η αναγνώριση της ιερότητας των πραγμάτων είναι σε ένα πρώτο επίπεδο αναγνώριση της άφατης υπεροχής τους. Είναι η αίσθηση του αρχέγονου δέους ενώπιον της αστραπής, του σεισμού και της πλημμύρας. «Τὰ δὲ πάντα οἰακίζει Κεραυνός», έλεγε ο Ηράκλειτος.
Ο ποιητής είναι η αλογόμυγα που μας υπενθυμίζει διαρκώς τη θνητότητά μας. Τη μηδαμινότητά μας απέναντι στο γεγονός του θανάτου, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης. Εν ολίγοις ότι με το έτσι θέλω ή με το έτσι γουστάρω δεν μπορούμε να πάμε μακριά. Η αναγωγή των πάντων στο πεδίο της ισχύος οδηγεί τάχιστα και με μαθηματική ακρίβεια στην έκρηξη της βίας· στον πόλεμο όλων εναντίον όλων, για τον οποίο έκανε λόγο ο Χομπς.
Η αναγνώριση της ιερότητας του άλλου είναι αναγνώριση του γεγονότος ότι η επιδίωξη της απόλυτης – ενίοτε μέχρι εξοντώσεως – κατίσχυσης επί του Άλλου δεν γίνεται δίχως συνέπειες. Σέβομαι τον άλλο, την ύπαρξή του γιατί στο πρόσωπό του αναγνωρίζω την ιερότητα, δηλαδή τον τρομερό γεγονός της ζωής. Ότι δηλαδή η ύπαρξη είναι πάντοτε συνύπαρξη, ότι ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης που έχει ανάγκη την κοινωνία με τους άλλους.
Η αντίρρηση έρχεται εύκολα στα χείλη. Στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα ή ακόμα και στο κέντρο της πρωτεύουσας της χώρας η ανηλεής καθημερινότητα αποδεικνύει την μηδαμινή αξία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος δε φτουράει περισσότερο από ένα οποιοδήποτε χαρτονόμισμα ή μια μπουκιά ψωμί. Τόσοι άνθρωποι μακελεύονται καθημερινά για ένα τίποτα στα πέρατα της υφηλίου χωρίς να διασαλεύεται καμία απολύτως τάξη, χωρίς να αλλάζει το παραμικρό. Δεν κουνιέται, πραγματικά, φύλλο. Κάθε όμως φόνος μας βυθίζει λίγο περισσότερο στην απανθρωπία, στην κτηνωδία και στον ζόφο. Μας φέρνει ένα βήμα εγγύτερα στον Κουρτς του Κόνραντ και στην αποτρόπαια υλακή του: «Η φρίκη, η φρίκη!».
Η καλλιέργεια της αίσθησης του ιερού είναι καλλιέργεια της ανθρωπιάς. Όσο και όσοι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι θα συγκλονίζονται από την ύβρη της ανθρώπινης θηριωδίας. Τη μέρα που δεν θα συγκλονίζεται πλέον κανείς η αντίστροφή μέτρηση για τον αφανισμό του ανθρώπινου είδους θα έχει οπωσδήποτε αρχίσει.
Στην πιο απτή και άμεση σε σχέση με την τρέχουσα καθημερινότητα μορφή της η ανάγκη των ποιητών ή άλλως πως η χρεία της λογοτεχνίας έγκειται στο ότι μας υπενθυμίζει πως η αλαζονεία της εξουσίας, η υποτίμηση και η βάναυση εκμετάλλευση του λαού συνιστά τρομερή ύβρη. Με απρόβλεπτες, αλλά εξασφαλισμένες συνέπειες…
Σπύρος Γιανναράς
Απόψεις για τη Λογοτεχνία
Η λογοτεχνία ως αλεξίλυπο και η λογοτεχνία ως φορέας νοήματος
Η τέχνη και δη η λογοτεχνία έχουν εδώ και πολλές δεκαετίες ουσιαστικά απαξιωθεί. Οι αιτίες – τουλάχιστον όσον αφορά τις εικαστικές τέχνες – σύμφωνα με τον έγκριτο θεωρητικό της ιστορίας της τέχνης Ζαν Κλαιρ εντοπίζονται στις απαρχές του περασμένου αιώνα. Του αιώνα της αποθέωσης της καλλιτεχνικής ιδιοφυίας η οποία δεν μπορεί επουδενί να εγκλωβιστεί στο στενό πλαίσιο κανενός κανόνα ή νόμου της τέχνης. Ενδεικτική ήταν η δήλωση του Πικάσο: «Κατ’ εμέ δεν υπάρχει μήτε παρελθόν, μήτε μέλλον στην τέχνη».
Οι ρίζες του προβλήματος φτάνουν σίγουρα πιο πίσω στον ρομαντισμό, αν όχι, πάλι σύμφωνα με τον Κλαιρ, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον Τζορτζ Στάινερ ή πιο πρόσφατα τον Μισέλ Ουελμπέκ, στην εποχή της Αναγέννησης. Το σίγουρο είναι, όπως υπογραμμίζει ο πρώην διευθυντής του μουσείου Πικάσο, ότι από τις απαρχές της δεκαετίας του ’70 αυτό που ονομάζουμε «έργο τέχνης» ελάχιστα θυμίζει ό,τι μέχρι τότε είχαμε συνηθίσει να αποκαλούμε με αυτό το όνομα — ένα δηλαδή υποτυπωδώς καλοφτιαγμένο αντικείμενο, ένα προϊόν δημιουργίας, το οποίο ακολούθησε για την κατασκευή του ένα σύνολο κανόνων που προορίζονταν να του εξασφαλίσουν μια ορισμένη διαχρονικότητα, ενώ ταυτόχρονα αποτελούσαν πειστήριο ενός πνευματικού εγχειρήματος.
Καθώς λοιπόν το έργο τέχνης υποβιβάστηκε στο επίπεδο της άσφαιρης, άφτουρης, ανούσιας και εν τέλει ή α-νόητης χειρονομίας, η τέχνη και μαζί η λογοτεχνία μετατράπηκαν πάραυτα σε μια πολυτέλεια για λίγους. Σε έναν οριακά αποδεκτό τρόπο να «χάνει» ή να «σκοτώνει» κανείς τον χρόνο του. Έγινε ένας δόκιμος, αν και σταδιακά παρωχημένος, τρόπος «ψυχαγωγίας», δηλαδή διασκέδασης με την πρωταρχική όμως σημασία του σκορπίσματος. Ένα κόσμιο εν προκειμένω είδος εκτόνωσης μετά το διαλυτικό ή ακόμα και νεκρό διάστημα του υποχρεωτικού μεροκάματου. Μια εκτόνωση που στην ακραία της εκδοχή βρίσκει την έκφρασή της στο συλλογικό κάθε σαββατόβραδο μεθοκόπι Άγγλων, Ολλανδών, Σουηδών και Αμερικανών ή στη βία των γηπέδων. Η διαφορά, με άλλα λόγια, δεν είναι τόσο ποιοτικής, όσο ποσοτικής τάξης. Η τέχνη και η λογοτεχνία προσφέρουν, υπ’ αυτή την έννοια, έναν ήπιο τρόπο εκτόνωσης.
Αντιδρώντας σε αυτή ακριβώς την αντίληψη ο Σεφέρης βροντοφώναζε κάπου στις Μέρες «Όχι, σκοπός της τέχνης δεν είναι να συγκινεί». Η αδυναμία διάκρισης της τέχνης από τη μη-τέχνη, δεδομένου ότι κάθε ανθρώπινη πράξη αφορμάται πλέον κι εξαντλείται στο «έτσι μ’ αρέσει ή έτσι γουστάρω», σε συνδυασμό με την υποτίμηση, όσον αφορά στη λογοτεχνία, του βιβλίου στο επίπεδο του καταναλωτικού προϊόντος, επέτρεψε το διαγούμισμα και τον βιασμό της λογοτεχνίας. «Παρακολουθούμε την βίαιη επέλαση της μη λογοτεχνίας στο πεδίο της λογοτεχνίας», επισημαίνει ο Γάλλος πεζογράφος Πιέρ Μισόν.
Είναι, νομίζω, έγκλημα να αντιμετωπίζει κανείς τη λογοτεχνία ως άλλη μια πολυτέλεια για εκλεπτυσμένους ηδονιστές ή ως ένα όμορφο παραμύθι που προσφέρει συγκίνηση – δάκρυα στις ευσυγκίνητες μεγαλοκυρίες ή στις λαϊκές νοικοκυρές – και τη δυνατότητα απόδρασης από την πεζή ή ενοχλητική καθημερινότητα. Μια ενίοτε πιο εξεζητημένη εκδοχή του τηλεοπτικού σίριαλ. Έγκλημα με την έννοια που το φονικό μας στερεί μια αναντικατάστατη ανθρώπινη παρουσία.
Η λογοτεχνία μας βοηθάει να δούμε, να αντιληφθούμε και να αγαπήσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει. Η λογοτεχνία αναλαμβάνει – με την θεολογική σημασία της ανάληψης – αυτό το χάος που είναι η ζωή και το μεταμορφώνει σε ανθρώπινη μοίρα, του προσδίδει δηλαδή νόημα. Προστρέχω και πάλι στον Μισόν: «Το λογοτεχνικό έργο πρέπει να μπορεί να μοιραστεί, πρέπει να μας βοηθάει να μοιραστούμε μια δυνητική αγάπη του κόσμου». Η λογοτεχνία ως λογική αναπαράστασή του, νοηματοδοτεί τον κόσμο, τον μετατρέπει σε έλλογη παρουσία. Χωρίς την λογοτεχνία ο κόσμος, η κρίση του κόσμου και ο κόσμος της κρίσης θα παραμένουν μονάχα εν μέρει προσβάσιμοι, καθώς δεν θα μπορούμε να τον προσεγγίσουμε υπό το πρίσμα της ανθρώπινης φύσης που η λογοτεχνία δεν κουράζεται να ζωγραφίζει. Γι’ αυτό και πονάω βαθιά όταν ακόμα και «άνθρωποι της λογοτεχνίας», συγγραφείς, κριτικοί ή πανεπιστημιακοί εκπλήσσονται ή ακόμα χειρότερα καγχάζουν όταν συναντούν ανθρώπους που τους ομολογούν ότι η λογοτεχνία τους βοηθάει – κάθε μέρα – να ζήσουν…
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)